Υπό τον φόβο της «απομάκρυνσης» των ΗΠΑ από την Ευρώπη και στο όνομα του επανεξοπλισμού της Ευρώπης (ReArm Europe), πολλοί Ευρωπαίοι χειροκρότησαν την στρατιωτική ενδυνάμωση της Γερμανίας. Το ίδιο και στις ΗΠΑ, οι οποίες επέβαλαν την Ευρώπη να αυξήσει τα στρατιωτικά της κονδύλια, όπως και έγινε στο ΝΑΤΟ, στο πρωτοφανές ύψος του 5% του ΑΕΠ τους.
Τώρα, όμως, άρχισαν να εκφράζονται οι πρώτοι σοβαροί προβληματισμοί ως προς τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, τόσο υπερατλαντικά όσο και εντός της Ευρώπης. Θεωρείται πολύ πιθανό ότι εάν αφεθεί ανεξέλεγκτη η Γερμανία, το κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα κινδυνεύσει, ενώ η Ευρώπη ενδεχομένως θα επιστρέψει στην εποχή του διχασμού και των ανταγωνισμών, με τις όποιες τραγικές συνέπειες μπορεί να υπάρξουν. Τις ανησυχίες εντείνει η θεαματική άνοδος του ακροδεξιού χώρου στη Γερμανία.
Τρομάζει, λοιπόν, ο επανεξοπλισμός – υπερεξοπλισμός της Γερμανίας. Εάν δεν χαλιναγωγηθεί η Γερμανία, όπως έγινε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κίνδυνοι είναι κάτι παραπάνω από ορατοί. Οπως επισημαίνει η ειδικός σε θέματα γερμανικής εξωτερικής πολιτικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας, Liana Fix, σε άρθρο της στο Foreign Affairs Magazine, που σε μεγάλο βαθμό αντικατοπτρίζει αμερικανικές θέσεις, μόνο «το 2025, η Γερμανία δαπάνησε περισσότερα για την Αμυνα από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Οι ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες της αναμένεται να φτάσουν τα 189 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2029. Εάν η χώρα συνεχίσει σε αυτήν την πορεία, το 2030 θα γίνει και πάλι μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη».
«Βομβάρδισε» την Ελλάδα
Η δυσπιστία έναντι μιας Γερμανίας, η οποία θα είναι στρατιωτικά η Νο1 δύναμη στην Ευρώπη, ενισχύεται από τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε η σημαντικότερη οικονομικά δύναμη στην ΕΕ κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Λειτούργησε με αποκλειστικό γνώμονα τον «οικονομικό εθνικισμό» της, καθιστώντας κουρελόχαρτο της ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Κοίταξε πως να σώσει τις Τράπεζές, καταδικάζοντας κυρίως την Ελλάδα σε οικονομική – κοινωνική καταστροφή.
Γιατί να μην συμπεριφερθεί κατά τον ίδιον τρόπο, εάν, εκτός από οικονομική, γίνει και η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη; Γιατί να μην κυριαρχήσουν στο Βερολίνο, μαζί με τον μιλιταρισμό, ο ιστορικός αναθεωρητισμός και ο ρεβανσισμός; Αυτοί είναι οι προβληματισμοί που, αν και μέχρι πρότινος δεν εκφράζονταν, τώρα μπαίνουν ανοικτά στο τραπέζι.
Δεν έχουν εκλείψει οι ευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί
Κατά την άποψη της Liana Fix, υπάρχει ο κίνδυνος «να βρεθούν οι Ευρωπαίοι για άλλη μια φορά σε αντίθετα στρατόπεδα. Είναι ακριβώς το σενάριο που προσπαθούσαν να αποφύγουν οι ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες».
Ενας από τους λόγους, «όπως έχουν υποστηρίξει εκπρόσωποι της ρεαλιστικής Σχολής των διεθνών σχέσεων», είναι ότι «στην πραγματικότητα η αντιπαλότητα μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών δεν έχει εξαφανιστεί. Απλώς έχει κατασταλεί, σε μεγάλο βαθμό χάρη στο ΝΑΤΟ και την αμερικανική ηγεμονία. Ηταν η κυρίαρχη αμερικανική παρουσία η οποία μετρίαζε τα διλήμματα ασφάλειας της Ευρώπης, που παραδοσιακά συνδέονταν με το μέγεθος της Γερμανίας».
Τώρα, «ο κίνδυνος διαίρεσης και διχασμού στην Ευρώπη πρέπει να αναγκάσει την Ουάσινγκτον να επανεξετάσει τις συνέπειες της αποχώρησής της, και ιδιαίτερα την υποστήριξή της προς το AfD. Εάν η Ευρώπη επιστρέψει στην εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, οι ΗΠΑ μπορεί τελικά να χρειαστεί να αφιερώσουν πολύ μεγαλύτερους πόρους για την Ευρώπη από ό,τι διέθεσαν τις τελευταίες δεκαετίες για να αποτρέψουν την ήπειρο να διολισθήσει σε σύγκρουση. Αυτό ακριβώς που θέλει να αποφύγει ο Λευκός Οίκος».
Ολα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που οι έως τώρα πολιτικές του ReArm Europe είναι κομμένες και ραμμένες κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ωφελούν κυρίως τη Γερμανία. Από τη μεριά του, το Βερολίνο και στον τομέα των εξοπλισμών ακολουθεί καθαρά εθνοκεντρική γραμμή, αδιαφορώντας για την «αμυντική ενοποίηση» της Ευρώπης. Κοιτάζει πως θα επωφεληθούν οι γερμανικές πολεμικές βιομηχανίες και ουδόλως ενδιαφέρεται για τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής Αμυνας και στρατιωτικής τεχνολογίας και παραγωγής. Το ανησυχητικό, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, είναι ότι ουδείς άλλος στην Ευρώπη έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταγωνιστεί τη Γερμανία.
Μοίρασαν στρατηγεία του ΝΑΤΟ
Το τελευταίο διάστημα, σημειώθηκε και μια ακόμη αξιοπρόσεκτη εξέλιξη. Στις 6 Φεβρουαρίου 2026, όπως ανακοίνωσε το ΝΑΤΟ, «οι Σύμμαχοι συμφώνησαν σε μια νέα κατανομή ευθυνών σε ολόκληρη τη Δομή Διοίκησης του ΝΑΤΟ». Αρμοδιότητες ανατέθηκαν και στη Γερμανία.
Αναλυτικότερα, στο εξής «η Βρετανία αναλαμβάνει επικεφαλής της Κοινής Διοίκησης Δυνάμεων (Joint Force Command) στο Norfolk. Η Ιταλία τη Κοινή Διοίκηση Δυνάμεων στη Νάπολη. Και στις δύο επικεφαλής ήταν οι ΗΠΑ. Η Γερμανία και η Πολωνία θα μοιραστούν εκ περιτροπής την Κοινή Διοίκηση Δυνάμεων στο Brunssum. Ετσι, στις τρεις τετράστερες διοικήσεις, επικεφαλής θα είναι Ευρωπαίοι. Οι ΗΠΑ θα είναι επικεφαλής και των τριών διοικήσεων του θεάτρου επιχειρήσεων. Πρόσφατα ανέλαβαν την ευθύνη για τη Συμμαχική Ναυτική Διοίκηση και εξακολουθούν να είναι επικεφαλής της Συμμαχικής Διοίκησης Ξηράς και της Συμμαχικής Αεροπορικής Διοίκησης».
«Ο επόμενος ηγεμόνας της Ευρώπης»
Ανάμεσα στα άλλα, η συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο «Ο ρόλος της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή πολιτική της Ρωσίας: Μια νέα γερμανική δύναμη;», Liana Fix, στο κείμενό της στο Foreign Affairs, με τίτλο «Ο επόμενος ηγεμόνας της Ευρώπης – Οι κίνδυνοι της γερμανικής δύναμης», γράφει:
«Σας προειδοποιώ. Αν η τρέχουσα τάση συνεχιστεί, ένας άλλος παγκόσμιος πόλεμος είναι αναπόφευκτος», δήλωνε το 1921 ο επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) της Γαλλίας, Ferdinand Foch.
Ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών στρατευμάτων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εξέφραζε αυτές τις ανησυχίες του σε ομιλία του στη Νέα Υόρκη. Οι φόβοι του ήταν απλοί. Μετά την ήττα της Γερμανίας, οι σύμμαχοι την ανάγκασαν να αφοπλιστεί βάσει των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Ωστόσο, μόλις λίγα χρόνια αργότερα, είχαν σταματήσει να της επιβάλλουν τους όρους της νίκης τους. Ετσι, προειδοποιούσε ο Φος, «αν οι σύμμαχοι συνεχίσουν να είναι αδιάφοροι όπως τώρα, Γερμανία σίγουρα θα ξαναπάρει τα όπλα».
Τα λόγια του Φος αποδείχθηκαν προφητικά. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1930, η Γερμανία είχε ξαναφτιάξει τον στρατό της. Προσάρτησε την Αυστρία, στη συνέχεια την Τσεχοσλοβακία και στη συνέχεια την Πολωνία, πυροδοτώντας τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από μια ακόμη ήττα της, στον Β’ ΠΠ, οι σύμμαχοι υϊοθέτησαν μια πολύ πιο προσεκτική προσέγγιση στη διακυβέρνηση της χώρας. Η Γερμανία ήταν κατεχόμενη και διαιρεμένη, οι ΕΔ της διαλύθηκαν, όπως σε μεγάλο βαθμό και η αμυντική βιομηχανία της. Όταν ΗΠΑ και ΕΣΣΔ επέτρεψαν στη Δυτική και Ανατολική Γερμανία να ξαναφτιάξουν στρατούς, το έκαναν μόνο υπό την αυστηρή επίβλεψή τους. Και όταν επετράπη η ενοποίηση της Γερμανίας, η χώρα υποχρεώθηκε να περιορίσει το μέγεθος των ΕΔ της.
Ακόμα κι υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η άλλοτε πρωθυπουργός της Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, αντιτάχθηκε στην επανένωση, φοβούμενη την εμφάνιση ενός υπερβολικά ισχυρού κράτους. Μια μεγαλύτερη Γερμανία, προειδοποιούσε το 1989, «θα υπονόμευε τη σταθερότητα διεθνώς και θα μπορούσε να απειλήσει την ασφάλειά μας».
Ιδιαίτερα σκληρή απέναντι στην Ελλάδα
Όσοι θέλουν να καταλάβουν γιατί οι Ευρωπαίοι φοβούνται τη γερμανική ηγεμονία δεν χρειάζεται να γυρίσουν έναν αιώνα πίσω. Θυμηθείτε απλά τα γεγονότα μόλις πριν από μια δεκαετία. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στη δεκαετία του 2010, αρκετές χώρες της ΕΕ πνίγονταν στο χρέος και χρειάζονταν οικονομική βοήθεια. Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι η Γερμανία, η μεγαλύτερη και πλουσιότερη οικονομία της ευρωζώνης, έπρεπε να δώσει την έγκρισή της. Ωστόσο, αντί για αλληλεγγύη και γενναιόδωρη υποστήριξη, το Βερολίνο απαίτησε δημοσιονομική πειθαρχία και επέβαλε σκληρά μέτρα λιτότητας μέσω προγραμμάτων «βοήθειας», οδηγώντας σε διψήφια ανεργία και παρατεταμένη ύφεση τις χώρες – οφειλέτες.
Η στάση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα σκληρή, επιβάλλοντας βαθιές περικοπές στα κοινωνικά προγράμματα και τις δημόσιες υπηρεσίες. Η ανεργία έφτασε σχεδόν στο 30% το 2013 και μέχρι το μέσον της δεκαετίας, το ΑΕΠ της είχε συρρικνωθεί κατά το ένα τέταρτο. Ετσι, οι Έλληνες μίσησαν το Βερολίνο. Μια γνωστή ελληνική αφίσα απεικόνιζε την τότε Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, με ναζιστική στολή.
Μέχρι το 2030 στρατιωτική υπερδύναμη
Μετά από μεγάλες καθυστερήσεις, το γερμανικό Zeitenwende (σ.σ. «σημείο καμπής» ή «ιστορική στροφή» – πρόκειται για θεμελιώδεις αλλαγές στην εξωτερική πολιτική και άμυνα της Γερμανίας, από τον πρώην καγκελάριο, Όλαφ Σολτς, στις 27 – 2 – 2022), με στόχο τη μετατροπή της Γερμανίας σε θέση ηγέτη στον τομέα της Αμυνας στην Ευρώπη, αρχίζει να υλοποιείται.
Το 2025, η Γερμανία δαπάνησε περισσότερα για την Αμυνα από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Σήμερα, ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της, την κατατάσσει στην τέταρτη θέση παγκοσμίως, πίσω μόνο από τις ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία. Οι ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες της αναμένεται να φτάσουν τα 189 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2029. Δηλαδή, τουλάχιστον το τριπλάσιο σε σχέση με το 2022. Η Γερμανία εξετάζει ακόμη και την επαναφορά της υποχρεωτικής θητείας εάν ο στρατός της δεν καταφέρει να προσελκύσει επαρκή αριθμό εθελοντών. Εάν η χώρα συνεχίσει σε αυτήν την πορεία, το 20230 θα γίνει και πάλι μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη.
Μιλιταρισμός, αναθεωρητισμός, ρεβανσισμός
Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι χαιρετίζουν την ανασυγκρότηση του γερμανικού στρατού. Αλλά θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί για τις ευχές που κάνουν. Διότι, μπορεί η σημερινή Γερμανία να υπόσχεται ότι θα χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της ισχύ προς όφελος ολόκληρης της Ευρώπης, αλλά εάν αφεθεί ανεξέλεγκτη, η γερμανική στρατιωτική κυριαρχία θα μπορούσε τελικά να προκαλέσει διχασμούς στους κόλπους της Ευρώπης. Ηδη, η Γαλλία είναι ανήσυχη για το ενδεχόμενο η γείτονά της να γίνει μια σημαντική στρατιωτική δύναμη, όπως το ίδιο και πολλοί στην Πολωνία.
Δυσοίωνα είναι τα σενάρια ιδιαίτερα εάν το ακροδεξιό κόμμα, «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), του οποίου η δημοτικότητα αυξάνει, έρθει στην εξουσία. Μια μιλιταριστική Γερμανία μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη εάν οι κεντρώες πολιτικές ηγεσίες της αρχίσουν να χάνουν την εξουσία. Και αυτό είναι πολύ πιθανό. Οι επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές είναι σε τρία χρόνια, αλλά το AfD ήδη προηγείται στις δημοσκοπήσεις.
Η επιστροφή του αναθεωρητισμού και του ρεβανσισμού στη Γερμανία υπό το AfD, αρχικά θα γίνει σταδιακά, αλλά στη συνέχεια με ταχύτητα. Ενα πρώτο βήμα θα μπορούσε να γίνει, εάν η κεντροδεξιά Χριστιανοδημοκρατική Ένωση – η οποία μέχρι στιγμής έχει αντιταχθεί σθεναρά στο AfD – θα ζητούσε τη στήριξή του, έστω εμμέσως, σε μια συντηρητική κυβέρνηση μειοψηφίας. Το AfD θα το εκμεταλλευόταν για να κρατήσει την κυβέρνηση σε ομηρεία, εκβιάζοντάς την εάν αρνούταν να ακολουθήσει ακροδεξιές πολιτικές. Ενα ακόμη πιο επικίνδυνο σενάριο, θα ήταν να γίνει το AfD κυβερνητικός εταίρος σε μια κυβέρνηση συνασπισμού ή ακόμα και να ταχθεί επικεφαλής της.
Ο νέος διχασμός της Ευρώπης
Προκειμένου να αντισταθμίσουν την ισχυροποίηση της Γερμανίας, ως απάντηση, η Γαλλία, η Πολωνία και η Βρετανία, είναι σχεδόν βέβαιον ότι θα σχημάτιζαν συνασπισμούς για να περιορίσουν τη δύναμη του Βερολίνου. Κάτι που θα γίνει ανεξαρτήτως εάν δεξιά κόμματα έρθουν στην εξουσία και σε αυτές τις χώρες. Άλλα ευρωπαϊκά κράτη επίσης θα ακολουθήσουν το παράδειγμά τους.
Με τη σειρά της, η Γερμανία, με επικεφαλής το AfD, θα αναζητήσει τις δικές της συμμαχίες. Για παράδειγμα στην φιλο-γερμανική Αυστρία ή την Ουγγαρία. Ετσι, οι όποιες δυνατότητες έχει η Ευρώπη για άμυνα από εξωτερικές απειλές ουσιαστικά θα εκμηδενιστούν. Οι Ευρωπαίοι θα βρεθούν για άλλη μια φορά σε αντίθετα στρατόπεδα. Είναι ακριβώς το σενάριο που οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να αποφύγουν εδώ και δεκαετίες.
Να χαλιναγωγηθεί άμεσα η Γερμανία
Η λύση είναι να παραδεχτεί το Βερολίνο τους κινδύνους που συνεπάγεται η στρατιωτική ενδυνάμωση της Γερμανίας και να τους περιορίσει ενσωματώνοντάς την σε ολοκληρωμένες ευρωπαϊκές στρατιωτικές δομές. Από τη μεριά τους, οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι πρέπει να καθορίσουν με σαφήνεια το είδος της αμυντικής ολοκλήρωσης που επιθυμούν. Διαφορετικά, ο γερμανικός επανεξοπλισμός θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε μια πιο κατακερματισμένη, δύσπιστη και αδύναμη Ευρώπη.
Να σημειωθεί πως στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία ενσωμάτωσε σε βάθος στις ευρωπαϊκές δομές τόσο την οικονομία όσο και τον τομέα της Αμυνάς της. Ο πρώτος μεταπολεμικός καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας, Κόνραντ Αντενάουερ, είχε απορρίψει κατηγορηματικά την ιδέα της μετατροπής της Γερμανίας σε ανεξάρτητη στρατιωτική δύναμη και υποστήριζε την ενσωμάτωση των δυτικογερμανικών ΕΔ είτε σε έναν ευρωπαϊκό στρατό είτε στο ΝΑΤΟ.
Σπαζοκεφαλιά η «αποχώρηση» των ΗΠΑ από τη γηραιά ήπειρο
Οπως έχουν υποστηρίξει εκπρόσωποι της ρεαλιστικής Σχολής των διεθνών σχέσεων, στην πραγματικότητα η αντιπαλότητα μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών δεν έχει εξαφανιστεί. Απλώς έχει κατασταλεί, σε μεγάλο βαθμό χάρη στο ΝΑΤΟ και την αμερικανική ηγεμονία.
Η ΕΕ ήταν και παραμένει πρωτίστως μια οικονομική ένωση. Η ασφάλεια και η άμυνα της Ευρώπης βρίσκονταν κυρίως στα χέρια του ΝΑΤΟ και των αμερικανικών ΕΔ. Με άλλα λόγια, ήταν η κυρίαρχη αμερικανική παρουσία η οποία μετρίαζε τα διλήμματα ασφάλειας της Ευρώπης, που παραδοσιακά συνδέονταν με το μέγεθος και τη θέση της Γερμανίας. Τώρα που οι ΗΠΑ φαίνεται να μειώνουν την προσοχή και τους πόρους που ιστορικά έχουν δώσει στην Ευρώπη, η αντιπαλότητα θα μπορούσε να επιστρέψει.
Ο κίνδυνος διαίρεσης και διχασμού στην Ευρώπη πρέπει να αναγκάσει την Ουάσινγκτον να επανεξετάσει τις συνέπειες της αποχώρησής της, και ιδιαίτερα την υποστήριξή της προς το AfD. Εάν η Ευρώπη επιστρέψει στην εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, οι ΗΠΑ μπορεί τελικά να χρειαστεί να αφιερώσουν πολύ μεγαλύτερους πόρους για την Ευρώπη από ό,τι διέθεσαν τις τελευταίες δεκαετίες για να αποτρέψουν την ήπειρο να διολισθήσει σε σύγκρουση. Αυτό ακριβώς θέλει να αποφύγει ο Λευκός Οίκος.
Ευρώπη: Επιστροφή στην εποχή των ανταγωνισμών
Στο Παρίσι δεν αρέσει η ιδέα να είναι η Γερμανία η Νο1 στρατιωτική δύναμη της Ευρώπη. Ρόλος που η Γαλλία θεωρεί ότι είναι δικός της. Θα παρακολουθεί επίσης στενά τυχόν ενδείξεις ότι η Γερμανία μπορεί να επιδιώξει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Ο μόνος τομέας που απέμεινε στη σφαίρα της γαλλικής υπεροχής.
Από τη μεριά τους, οι Πολωνοί, και όχι μόνο οι υποστηρικτές του λαϊκιστικού κόμματος «Νόμος και Δικαιοσύνη», έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι μια ισχυρή Γερμανία θα περιθωριοποιούσε τον ρόλο των μικρότερων κρατών της ΕΕ και θα χρησιμοποιούσε την εξουσία της για να τα πιέσει.
Εάν η Γερμανία δεν λάβει μέτρα για να μειώσει την δυσπιστία και την ενόχληση που προκαλείται, ο ανταγωνισμός θα μπορούσε πράγματι να επιστρέψει στην Ευρώπη. Για παράδειγμα, για να αντισταθμίσει τη στρατιωτική ισχύ του Βερολίνου, η Πολωνία θα μπορούσε να επιδιώξει την οικοδόμηση στενότερων δεσμών με τις χώρες της Βαλτικής, της Σκανδιναβίας, καθώς και τη Βρετανία, δημιουργώντας μια κοινή στρατιωτική δύναμη. Ενδεχομένως θα επεδίωκε την πιο ενεργό συμμετοχή της στην «Ομάδα των οκτώ της Βαλτικής». Σε αυτήν συμμετέχουν οι Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ισλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Νορβηγία και Σουηδία.
Η Γαλλία, από την πλευρά της, παρά τα δημοσιονομικά προβλήματά της, στην προσπάθειά της να αποκαταστήσει τις ισορροπίες δυνάμεων, θα αύξανε κάθετα τις στρατιωτικές δαπάνες της. Το Παρίσι επίσης μπορεί να επεδίωκε στενότερη συνεργασία με το Λονδίνο για να αντισταθμίσει την ισχύ του Βερολίνου.
Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα θα είναι ο κατακερματισμός των κοινών ευρωπαϊκών αμυντικών προσπαθειών. Εάν η Ευρώπη διαιρεθεί και αποσταθεροποιηθεί εξαιτίας εσωτερικών ανταγωνισμών, τόσο η ΕΕ όσο και το ΝΑΤΟ θα μπορούσαν να παραλύσουν.
Γερμανικός «αμυντικός εθνικισμός»
Η αντιπαλότητες στους κόλπους της Ευρώπης μπορούν να ξεκινήσουν με μικρά – και φαινομενικά ανώδυνα – βήματα. Σήμερα για παράδειγμα, τη στιγμή που ήδη ευρωπαϊκές χώρες ανησυχούν για τις αυξανόμενες στρατιωτικές δαπάνες της Γερμανίας, το Βερολίνο σχεδιάζει να διοχετεύσει το μεγαλύτερο μέρος του αμυντικού προϋπολογισμού του σε γερμανικές εταιρείες. Εκμεταλλεύεται, δε, μια εξαίρεση από τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ που επιτρέπει στα κράτη – μέλη να παρακάμπτουν τις διαδικασίες για την κρατική χρηματοδότηση των εθνικών αμυντικών βιομηχανιών, εάν οι εν λόγω δαπάνες σχετίζονται με ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας.
Αυτό, όμως, υπονομεύει την συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών και εμποδίζει την ανάπτυξη πραγματικά πανευρωπαϊκών «πρωταθλητών» στον χώρο της αμυντικής τεχνολογίας. Η κατάσταση επιδεινώνεται περαιτέρω από την επιμονή της Γερμανίας να κρατήσει τις εξοπλιστικές αγορές υπό τον έλεγχο των εθνικών κυβερνήσεων και να απορρίψει έναν πιο ενεργό, κεντρικό συντονιστικό ρόλο της Ευρώπης. Η αμυντική βιομηχανία της Ευρώπης αποζητά μια ενιαία αγορά όπλων, αλλά οι πολιτικές του Βερολίνου κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Βέβαια, η Γαλλία, η Ιταλία, η Σουηδία και άλλες χώρες έχουν επίσης επωφεληθεί από την ίδια εξαίρεση της ΕΕ, προκειμένου να αναπτύξουν τις δικές τους αμυντικές βιομηχανίες. Ωστόσο, καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τη Γερμανία όσον αφορά τις δαπάνες.
Να «υποταχθεί» η Γερμανία σε κοινές ευρωπαϊκές δομές
Η καλύτερη διέξοδος από αυτή την αντίφαση θα ήταν ο κοινός δανεισμός για την Αμυνα από την ΕΕ. Ένα προηγούμενο υπάρχει ήδη. Είναι τα ευρωομόλογα που εξέδωσε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.
Ωστόσο, το Βερολίνο αρνήθηκε να υποστηρίξει μια τόσο μεγάλης κλίμακας πρωτοβουλία στον τομέα των εξοπλισμών. Αντ’ αυτού, ενέκρινε μόνο προγράμματα δανεισμού υπό όρους, όπως το SAFE, το οποίο προσφέρει έως και 175 δισεκατομμύρια δολάρια σε δάνεια χαμηλού επιτοκίου για κοινά αμυντικά έργα. Αυτά τα προγράμματα και παρόμοια στο μέλλον, δεν μπορούν να καλύψουν τη χρηματοδότηση σημαντικών έργων στην αμυντική βιομηχανία. Πόσο μάλλον, που την ίδια στιγμή η Γερμανία σχεδιάζει να δαπανήσει πάνω από 750 δισεκατομμύρια δολάρια για την άμυνα τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Πρέπει να υπάρξει, λοιπόν, μια βαθύτερη ενσωμάτωση των εθνικών αμυντικών βιομηχανιών της Ευρώπης σε κοινές ευρωπαϊκές δομές, και να ενταθεί η συνεργασία σε κοινά αμυντικά σχέδια, αντί να ευνοούνται εταιρείες σε εθνική βάση. Ακόμα πιο φιλόδοξος στόχος είναι η Γερμανία και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της να εξετάσουν το ενδεχόμενο της στρατιωτικής ολοκλήρωσης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο (σ.σ. ουσιαστικά κάνει λόγο για Ευρωστρατό και κοινή αμυντική βιομηχανία). Αυτό ακριβώς θα περιορίσει τη γερμανική ισχύ, υποτάσσοντάς την στη συλλογική λήψη αποφάσεων».
neostrategy.gr
Εικονογράφηση: Foreign Affairs
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις






















































