Έρχονται κι άλλες αυξήσεις στα ράφια και η Ευρώπη μοιάζει «ανοχύρωτη». Τα χειρότερα… από φθινόπωρο.

Δύο μήνες μετά την κήρυξη του πολέμου από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν, που πυροδότησε μια πρωτοφανή κρίση στις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι επιπτώσεις έχουν περάσει πλέον και σε επίπεδο μικροοικονομίας. Η αύξηση των τιμών των καυσίμων έχει οδηγήσει σε νέες πληθωριστικές πιέσεις με το κύμα ακρίβειας να φτάνει και στα τρόφιμα.

Όμως το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στο κόστος μεταφοράς και ενέργειας. Το φυσικό αέριο αποτελεί τη βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων και τα λιπάσματα είναι ζωτικής σημασίας για τις καλλιέργειες, που προσφέρουν τα τρόφιμα. Η τιμή και η διαθεσιμότητα των λιπασμάτων εξαρτώνται άμεσα από την τιμή του φυσικού αερίου.

Η αύξηση των τιμών που καταγράφονται την τρέχουσα περίοδο στα τρόφιμα είναι κυρίως απότοκο της αύξησης ου κόστους μεταφορών και ενέργειας. Στην Ελλάδα ο πληθωρισμός τον Απρίλιο εκτοξεύτηκε στο 5,4% με πολλά είδη τροφίμων να καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις.

Οι επιπτώσεις λόγω της κρίσης στα λιπάσματα έπεται και οι αναλυτές εκτιμούν πως τα χειρότερα ως προς το επισιτιστικό ζήτημα βρίσκονται μπροστά μας. «Τα περισσότερα τρόφιμα που βρίσκονται σήμερα στα ράφια των σούπερ μάρκετ παράχθηκαν με εισροές που είχαν αγοραστεί ή συμφωνηθεί πριν η κρίση εξελιχθεί πλήρως», σχολίασε ο David Laborde, επικεφαλής της Διεύθυνσης Αγροδιατροφικής Οικονομίας του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ. «Η σημερινή σταθερότητα αντανακλά κυρίως τη χρονική συγκυρία, όχι κάποια μορφή ανοσίας», προειδοποίησε.

Το πρόβλημα της Ευρώπης

Είναι γεγονός πως η Ευρώπη παράγει δικά της αζωτούχα λιπάσματα, αλλά τα κατασκευάζει χρησιμοποιώντας εισαγόμενο φυσικό αέριο. Άρα η Ευρώπη δεν αποτελεί «εξαίρεση» του βασικού κανόνα: Όταν ανεβαίνουν οι τιμές του φυσικού αερίου ακριβαίνουν και τα ευρωπαϊκά λιπάσματα.

Από τότε που το Ιράν έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ ως αντίποινα στην επίθεση που δέχτηκε από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί κατά 59%, ενώ ορισμένα λιπάσματα έχουν ακριβύνει έως και 50%.  Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η ουρία, το πιο διαδεδομένο λίπασμα διεθνώς, πωλείται πλέον περίπου 550 ευρώ ανά μετρικό τόνο, από περίπου 370 ευρώ πριν από τον πόλεμο.

Οι καταναλωτές βιώνουν ένα ντόμινο πληθωριστικών κρίσεων. Πρώτα βιώνουν το κόστος των καυσίμων και αργότερα θα έρθει και το πλήγμα από τα λιπάσματα. Για την ανοιξιάτικη περίοδο, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι αγρότες είχαν προμηθευτεί λιπάσματα πριν από τον πόλεμο και αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρουν ότι οι ανάγκες αυτής της σεζόν είναι «σε μεγάλο βαθμό διασφαλισμένες».

Οι προμήθειες όμως σύντομα εξαντλούνται. Όπως αναφέρει το Politico, oι αγρότες κάνουν τώρα παραγγελίες για τις φθινοπωρινές σπορές και τα νούμερα δεν βγαίνουν. Το σιτάρι πωλείται στις ίδιες τιμές με πριν από τον πόλεμο, ενώ το κόστος των λιπασμάτων έχει εκτοξευθεί. Ορισμένοι παραγωγοί μειώνουν τη χρήση αζώτου. Άλλοι στρέφονται σε καλλιέργειες που απαιτούν λιγότερο λίπασμα. Και οι δύο επιλογές σημαίνουν μικρότερες σοδειές το 2027, όταν οι καταναλωτές θα αρχίσουν τελικά να νιώθουν τις συνέπειες του πολέμου.

Ορισμένες χώρες δεν είχαν καν το «μαξιλάρι» της άνοιξης. Η Ιρλανδία – εν προκειμένω – διαθέτει σχεδόν ανύπαρκτη εγχώρια βιομηχανία λιπασμάτων και το 90% της αγροτικής της γης είναι βοσκότοποι που χρειάζονται άζωτο καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Οι περισσότεροι Ιρλανδοί αγρότες, σύμφωνα με τον Noel Banville της Ιρλανδικής Ένωσης Αγροτών, αρχίζουν να αγοράζουν λιπάσματα τον Φεβρουάριο και συνεχίζουν έως τον Σεπτέμβριο. Δεν είχαν προαγοράσει ποσότητες. Υπογράφουν τώρα παραγγελίες με τιμές πολέμου.

Στη Σουηδία, μια μεσαίου μεγέθους αγροτική δύναμη της ΕΕ, η εθνική αγροτική ομοσπονδία υπολογίζει ότι ο πόλεμος έχει ήδη κοστίσει στα μέλη της 160 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 12% των κερδών τους. «Όσοι αγρότες έχουν λιπάσματα σε απόθεμα μπορούν να συνεχίσουν όπως είχαν σχεδιάσει», δήλωσε η Ingrid Rydberg της ομοσπονδίας LRF. Όσοι δεν έχουν, πρόσθεσε, θα χρησιμοποιήσουν λιγότερα λιπάσματα, θα έχουν μικρότερες αποδόσεις και θα μετακυλήσουν το κόστος στους καταναλωτές.

Πολύ λίγο, πολύ αργά… το σχέδιο των Βρυξελλών

Ως απάντηση στις αναταράξεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προχωρήσει σε μέτρα για να μετριάσει την ενεργειακή πίεση και να χαλαρώσει τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων ώστε να στηριχθούν οι αγρότες. Όμως το ζήτημα των λιπασμάτων είναι πιο περίπλοκο. Η εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενο φυσικό αέριο για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων έχει διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες.

Το σχέδιο δράσης για τα λιπάσματα που θα παρουσιάσει στις 19 Μαΐου ο Επίτροπος Γεωργίας Christophe Hansen βασίζεται σε τέσσερις άξονες: μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές, ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, προώθηση εναλλακτικών χαμηλών εκπομπών άνθρακα και βοήθεια προς τους αγρότες ώστε να χρησιμοποιούν λιγότερα λιπάσματα.

Κανένας από αυτούς τους άξονες όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα στα χρονικά περιθώρια μιας απόφασης για τις καλλιέργειες του 2027, σχολιάζει το Politico και προσθέτει: Η κατασκευή ενός εργοστασίου λιπασμάτων απαιτεί τρία έως τέσσερα χρόνια, ενώ η παραγωγή στην ΕΕ βρίσκεται ήδη 19% κάτω από τα επίπεδα του 2019.

Υπάρχει επίσης και ο φόρος. Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα για τα εισαγόμενα λιπάσματα, γνωστός ως CBAM, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου και επιβάλλει επιπλέον χρεώσεις σε εισαγωγές από χώρες με πιο χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανόνες.

Σε συνδυασμό με την εκτίναξη των τιμών λόγω πολέμου, ο μηχανισμός καθιστά τα λιπάσματα ακόμη πιο ακριβά ακριβώς τη στιγμή που οι αγρότες τα χρειάζονται περισσότερο. Η Ιταλία και η Γαλλία ζητούν την αναστολή του, ενώ η Πολωνία και η Γερμανία, όπου βρίσκονται τα μεγαλύτερα εργοστάσια αζωτούχων λιπασμάτων της ΕΕ, θέλουν να διατηρηθεί.

Η Επιτροπή φαίνεται διχασμένη. Σύμφωνα με δύο πηγές που γνωρίζουν το θέμα και μίλησαν στο Politico, προηγούμενα σχέδια του πακέτου της 19ης Μαΐου περιλάμβαναν ελάφρυνση μέσω του CBAM, ενώ η τελευταία εκδοχή την αφαιρεί. «Όταν τελειώσει η κρίση στη Μέση Ανατολή, το κόστος του CBAM θα παραμείνει», δήλωσε ο Jean-Baptiste Boucher, διευθυντής επικοινωνίας της Copa-Cogeca, του βασικού λόμπι των Ευρωπαίων αγροτών.

Το σχέδιο της Κομισιόν για τα λιπάσματα, όταν παρουσιαστεί στις 19 Μαΐου, θα αποτελέσει είτε την ευρωπαϊκή απάντηση σε αυτό το πρόβλημα είτε ακόμη μία υπεκφυγή, σημειώνει το Politico και προσθέτει: Τα πρώτα πιστοποιητικά CBAM θα καταστούν απαιτητά την 1η Φεβρουαρίου 2027. Η επόμενη συγκομιδή θα έχει ήδη φυτευτεί μέχρι τότε και οι τιμές για τους καταναλωτές πιθανότατα θα αυξηθούν περαιτέρω.

ieidiseis.gr

Shutterstock

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις