Με μηνύσεις, αγωγές, πειθαρχικούς ελέγχους και «απόπειρα εμπλοκής σε κύκλωμα», έχουν αντιμετωπιστεί ως τώρα οι Βάρρας και Τυχεροπούλου.
Κάθε άλλο παρά ανέφελο υπήρξε το τελευταίο διάστημα για τον πρώην πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ Γρηγόρη Βάρρα και την πρώην προϊσταμένη της διεύθυνσης Τεχνικών Ελέγχων του οργανισμού, Παρασκευή Τυχεροπούλου – τα δύο πρόσωπα δηλαδή που αποτέλεσαν τους βασικούς μάρτυρες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην κατάρτιση της δικογραφίας για το σκάνδαλο των παράνομων επιδοτήσεων μέσω φερόμενου κυκλώματος εντός του αμαρτωλού οργανισμού.
Στο παρελθόν, αμφότερα τα πρόσωπα είχαν αντιμετωπιστεί με εχθρότητα τόσο από τον κύκλο υψηλόβαθμων στελεχών που εμφανίζονται στους διαλόγους της δικογραφίας, όσο φυσικά και από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και άλλους εκπροσώπους της κυβέρνησης.
Ενώ όμως η εξεταστική έκλεισε τις εργασίες της από τον Φεβρουάριο, μήνες αργότερα, τόσο η Παρασκευή Τυχεροπούλου όσο και ο Γρηγόρης Βάρρας βρέθηκαν να δέχονται αναβαθμισμένες επιθέσεις από τον ευρύτερο κύκλο των ερευνώμενων της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ που σκοπό είχαν να τους οδηγήσουν στο εδώλιο.
Μήνυση και αγωγή κατά του Γρηγόρη Βάρρα
Συνέχεια δόθηκε στη μήνυση που κατέθεσε κατά του Γρηγόρη Βάρρα η εταιρεία Neuropublic, ο τεχνικός σύμβουλος του ΟΠΕΚΕΠΕ που διαχειριζόταν το Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου των πληρωμών από το 2007 (με μοναδική εξαίρεση το 2022). Υπενθυμίζεται ότι η εταιρεία είχε στραφεί κατά του πρώην προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ στα τέλη του Μαρτίου για ψευδή κατάθεση, σε σχέση με αυτά που είχε καταθέσει στην εξεταστική επιτροπή.
Στις 12 Ιουνίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρείας, κατέθεσε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του Γρηγόρη Βάρρα, αξιώνοντας αποζημίωση 300.000 ευρώ για το πλήγμα που η εταιρεία αποδίδει στην κατάθεση Βάρρα, καθώς αυτή «προσέβαλε τη φήμη, το κύρος και την αξιοπιστία προκαλώντας ζημιά στην ενάγουσα εταιρεία, επιχειρώντας μάλιστα να την εμφανίσει ως, τουλάχιστον, ύποπτη τέλεσης ποινικών αδικημάτων».
Η Neuropublic κάνει λόγο για «ψευδείς διαδόσεις και προσβλητικούς ισχυρισμούς», ενώ κατηγορεί τον πρώην πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ ότι μέσα στην εξεταστική επιτροπή «διατυπώνει τις απαντήσεις του σε σχετικές ερωτήσεις των βουλευτών με σκόπιμη ασάφεια και δηλητηριώδεις υπαινιγμούς».
Από την πλευρά του, ωστόσο, μιλώντας στο in, ο κ. Βάρρας δηλώνει ότι όσα έχει αναφέρει στην εξεταστική επιτροπή και ό,τι έχει καταθέσει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ήταν στη βάση στοιχείων και εγγράφων.
Μάλιστα, για τον πρώην πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η αγωγή της Neuropublic εναντίον του είναι ξεκάθαρα περίπτωση SLAPP. «Αυτοί έχουν χρήματα κι εγώ δεν έχω. Θέλουν να με εξαντλήσουν ηθικά και οικονομικά ώστε να με φιμώσουν. Δεν θα με φιμώσουν».
Οι επιθέσεις κατά της Παρασκευής Τυχεροπούλου
Πολλαπλές είναι οι επιθέσεις που έχει υποστεί η κα. Τυχεροπούλου – μέχρι πολύ πρόσφατα.
Υπενθυμίζεται ότι από την αρχή της σύγκρουσής της με τη διοίκηση του οργανισμού, η κα. Τυχεροπούλου έχει υποστεί πειθαρχικές διώξεις, ενώ έχουν κατατεθεί εναντίον της και δύο ατελέσφορες μηνυτήριες αναφορές από πρώην (τότε εν ενεργεία) προέδρους του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι οποίοι εμφανίζονται σε πλήθος διαλόγων της δικογραφίας.
Μάλιστα, στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας, η ίδια έχει εκφράσει την άποψη ότι τουλάχιστον μία από τις πειθαρχικές και ποινικές διώξεις που κινήθηκαν εναντίον της από τη διοίκηση είχε σκοπό να την ανακόψει από την απόσπαση στον ρόλο της ειδικής συμβούλου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τις δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Χαρακτηριστική της αντιμετώπισης που επιφυλάχθηκε από την ηγεσία του ΟΠΕΚΕΠΕ στην Παρασκευή Τυχεροπούλου ήταν και το περιβόητο άνοιγμα από κλειδαρά του ερμαρίου του γραφείου της στο οποίο φυλάσσονταν μεταξύ άλλων και έγγραφα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ύστερα από εντολή του τότε πρόεδρου του οργανισμού, Κυριάκου Μπαμπασίδη.
Γνωστή είναι επίσης η υπόθεση της απομάκρυνσής της από τη Διεύθυνση Εσωτερικών Ελέγχων το 2024, αλλά και η εξαφάνιση της θέσης της στο νέο οργανόγραμμα του διάδοχου οργανισμού υπό την ΑΑΔΕ, εν αντιθέσει με πολλούς από τους πρωταγωνιστές της δικογραφίας που, όπως έχει αναδείξει το in, παρέμειναν στις θέσεις τους.
Κι ενώ η κα. Τυχεροπούλου σημείωνε δικαστικές νίκες απέναντι στην υποβάθμιση που υπέστη από τις ελεγχόμενες διοικήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, μία ενδιαφέρουσα κλιμάκωση των επιθέσεων εναντίον της σημειώθηκε στις αρχές Μαΐου. Πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του ΟΠΕΚΕΠΕ που έχει μίλησει πολύ θετικά υπέρ του πρώην προέδρου Κυριάκου Μπαμπασίδη στην εξεταστική επιτροπή, προσήλθε «αυτοβούλως» στις αρχές για να καταθέσει ενάντια στην κα. Τυχεροπούλου για υποτιθέμενη εμπλοκή της σε οικονομικό έγκλημα.
Μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος
Η εκδικητική αυτή αντιμετώπιση που έχουν υποστεί δύο από τα βασικότερα πρόσωπα στη διαλεύκανση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ -ο ένας μάλιστα στη βάση της κατάθεσής του στην Εξεταστική Επιτροπή- εγείρει το ερώτημα αν ο κ. Βάρρας και η κα. Τυχεροπούλου χαίρουν της θεσμικής προστασίας που αρμόζει σε πρόσωπα που κομίζουν στοιχεία και μαρτυρίες εκ των έσω για υποθέσεις δημοσίου συμφέροντος.
Υπενθυμίζεται ότι στο παρελθόν, σε πλήθος μεγάλων σκανδάλων που απασχόλησαν τη χώρα, υπήρξαν ποικίλες επικρίσεις εντός κι εκτός Ελλάδας για το ανεπαρκές πλαίσιο προστασίας των λεγόμενων whistleblowers.
Μάλιστα, ενώ η Ελλάδα αναγκάστηκε τυπικά να κυρώσει την ευρωπαϊκή Οδηγία για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος το 2022, δύο χρόνια αργότερα, η οργάνωση διαφάνειας και παρακολούθησης του κοινοβουλευτικού έργου Vouliwatch που έχει απευθυνθεί επί σειρά ετών στους θεσμούς για τη θέσπιση ενός πλαισίου προστασίας, έβρισκε ότι όχι απλά η ελληνική εκδοχή της νομοθεσίας ήταν «άτολμη» και «περιοριστική», όπως είχε επισημάνει, αλλά και ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη για την εφαρμογή της στην πράξη.
Δεν είναι σαφές αν ο Γρηγόρης Βάρρας και η Παρασκευή Τυχεροπούλου εμπίπτουν στη στενή έννοια του whistleblower ή μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος, ωστόσο, κρίνοντας από τον σχετικό ορισμό που δίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή -τα πρόσωπα που καταθέτουν στις αρχές για υποθέσεις διαφθοράς με πληροφορίες που αποκόμισαν κατά την άσκηση της εργασίας τους- φαίνεται να εμπίπτουν και με το παραπάνω στο πνεύμα του όρου.
Όπως σχολιάζει απαντώντας σε σχετικό ερώτημα του in ο επικεφαλής του Vouliwatch, Στέφανος Λουκόπουλος, όταν πρόσωπα που καταθέτουν κρίσιμα στοιχεία ή συνεργάζονται με ελεγκτικές αρχές βρίσκονται αντιμέτωπα με διαδοχικές αγωγές, μηνύσεις ή υπηρεσιακές διαδικασίες, δημιουργείται ένα ισχυρό κίνητρο αυτολογοκρισίας.
«Παράλληλα, γεννώνται σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο οι προβλεπόμενες εγγυήσεις προστασίας των αναφερόντων και των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος εφαρμόζονται αποτελεσματικά στην πράξη. Το μήνυμα είναι ανησυχητικό τόσο για ανεξάρτητους θεσμούς όσο και για δημόσιους λειτουργούς, πολίτες και φορείς της κοινωνίας των πολιτών που συμβάλλουν στην αποκάλυψη υποθέσεων διαφθοράς», συμπληρώνει ο κ. Λουκόπουλος.
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις





















































