⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google

Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.

➕ Προσθήκη στη Google
Δάνεια δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ μεταφέρθηκαν μέσω πωλήσεων και τιτλοποιήσεων σε επενδυτικά κεφάλαια και πέρασαν υπό τη διαχείριση servicers, επιτρέποντας στις τράπεζες να απαλλαγούν ταχύτατα από το βάρος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών παρουσιάστηκε τα προηγούμενα χρόνια ως μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πίσω, όμως, από τη δραστική μείωση των κόκκινων δανείων στις τράπεζες παραμένει μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: το πρόβλημα δεν εξαφανίστηκε. Άλλαξε χέρια.

Δάνεια δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ μεταφέρθηκαν μέσω πωλήσεων και τιτλοποιήσεων σε επενδυτικά κεφάλαια και πέρασαν υπό τη διαχείριση servicers, επιτρέποντας στις τράπεζες να απαλλαγούν ταχύτατα από το βάρος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Για εκατομμύρια οφειλέτες και εγγυητές, ωστόσο, η πραγματικότητα παρέμεινε ουσιαστικά η ίδια: οι οφειλές εξακολουθούν να υπάρχουν και σε πολλές περιπτώσεις παραμένουν χωρίς βιώσιμη και οριστική διευθέτηση.

Η στρατηγική που επιλέχθηκε στα τέλη της περασμένης δεκαετίας, σε συνεννόηση με τους θεσμούς, έδωσε προτεραιότητα στην ταχεία εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών. Το μεγαλύτερο μέρος των προβληματικών χαρτοφυλακίων απομακρύνθηκε από τις τράπεζες μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων, με τη διαχείρισή του να περνά σε εξειδικευμένες εταιρείες. Σήμερα, οι servicers διαχειρίζονται οφειλές που αφορούν περισσότερους από 2,2 εκατ. δανειολήπτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα.

Οι αριθμοί αποκαλύπτουν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος

Οι αριθμοί αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος της εκκρεμότητας. Στο τέλος του 2025, σύμφωνα με συγκεντρωτικά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η αξία των υπό διαχείριση δανείων ανερχόταν σε περίπου 92 δισ. ευρώ. Από αυτά, περί τα 82 δισ. ευρώ αφορούν δάνεια που έχουν πωληθεί ή τιτλοποιηθεί, ενώ περίπου 10 δισ. ευρώ παραμένουν στους τραπεζικούς ισολογισμούς.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει και τη βασική αντίφαση της πολιτικής που ακολουθήθηκε. Οι τράπεζες πέτυχαν να περιορίσουν δραστικά το δικό τους απόθεμα κόκκινων δανείων, όμως το ιδιωτικό χρέος που βρίσκεται πίσω από αυτά δεν διαγράφηκε μαζί με τη μεταφορά των απαιτήσεων. Αντίθετα, μετακινήθηκε εκτός τραπεζικών ισολογισμών, δημιουργώντας μια παράλληλη αγορά προβληματικού χρέους τεράστιου μεγέθους.

Υπολογίζεται ότι προβληματικά ανοίγματα περίπου 75 δισ. ευρώ, τα οποία συνδέονται με σχεδόν 1,5 εκατ. οφειλέτες και εγγυητές, είτε παραμένουν χωρίς ουσιαστική ρύθμιση είτε έχουν ξανακοκκινίσει. Πρόκειται για ένα μέγεθος που δύσκολα συμβιβάζεται με την εικόνα μιας οικονομίας που έχει αφήσει οριστικά πίσω της την κρίση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Οι ρυθμίσεις αυξάνονται, αλλά το ιδιωτικό χρέος επιμένει

Οι ρυθμίσεις, βεβαίως, έχουν αυξηθεί. Την περίοδο 2020-2025 εκτιμάται ότι ρυθμίστηκαν περίπου 750.000 δάνεια, συνολικής αξίας 40 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η σύγκριση με το συνολικό απόθεμα των προβληματικών οφειλών δείχνει ότι ο δρόμος παραμένει μακρύς. Ακόμη και οι εκτιμήσεις ότι δάνεια περίπου 3 δισ. ευρώ πληρούν ήδη σε σημαντικό βαθμό τις προϋποθέσεις για επιστροφή στις τράπεζες αποτελούν ένα σχετικά μικρό μέγεθος μπροστά στη συνολική εκκρεμότητα. Σε ορίζοντα πενταετίας, η δυνητική δεξαμενή επανενήμερων δανείων εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 10 έως 15 δισ. ευρώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η επιστροφή τους στο τραπεζικό σύστημα είναι δεδομένη.

Την ίδια στιγμή, γνωστές παθογένειες εξακολουθούν να λειτουργούν ως τροχοπέδη. Η αργή απονομή της δικαιοσύνης, οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και, κυρίως, η συχνή αδυναμία πιστωτών και δανειοληπτών να συμφωνήσουν σε πραγματικά βιώσιμους όρους ρύθμισης παρατείνουν το πρόβλημα. Για τους οφειλέτες, άλλωστε, μια ρύθμιση έχει αξία μόνο εφόσον μπορεί να εξυπηρετηθεί σε βάθος χρόνου και δεν αποτελεί απλώς μια προσωρινή μετάθεση του προβλήματος.

Οι servicers εμφανίζονται αισιόδοξοι ότι μέσα στην επόμενη τριετία η διαδικασία θα επιταχυνθεί, ποντάροντας στη βελτίωση του εξωδικαστικού μηχανισμού και στις αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο να αυξηθεί αριθμητικά ο όγκος των ρυθμίσεων, αλλά να αποδειχθεί στην πράξη ότι οι λύσεις που προσφέρονται είναι βιώσιμες και δεν οδηγούν τους ίδιους οφειλέτες ξανά σε αδυναμία πληρωμής λίγα χρόνια αργότερα.

Το μεγάλο στοίχημα μέχρι το 2030

Σήμερα, περίπου το 80% των ανακτήσεων προέρχεται από ρυθμίσεις και πληρωμές και το 20% από πλειστηριασμούς και ρευστοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων. Ο κλάδος επιδιώκει η αναλογία αυτή να κινηθεί προς το 90%-10%, περιορίζοντας το βάρος των αναγκαστικών μέτρων. Η επίτευξη του στόχου, όμως, προϋποθέτει περισσότερες συμφωνίες που θα μπορούν πράγματι να τηρηθούν και όχι απλώς περισσότερες ρυθμίσεις στα χαρτιά.

Στην προσπάθεια αυτή επιστρατεύεται πλέον και η τεχνητή νοημοσύνη, με τις εταιρείες διαχείρισης να επενδύουν σε εργαλεία ανάλυσης δεδομένων για περισσότερο εξατομικευμένες προτάσεις και για τον έγκαιρο εντοπισμό δανείων που κινδυνεύουν να ξανακοκκινίσουν. Η τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει την ταχύτητα και την ακρίβεια των αποφάσεων, δύσκολα όμως μπορεί από μόνη της να λύσει ένα πρόβλημα που έχει βαθιές οικονομικές και κοινωνικές ρίζες.

Το πραγματικό στοίχημα έως το 2030 είναι, επομένως, πολύ μεγαλύτερο από την εικόνα που εμφανίζουν οι τραπεζικοί ισολογισμοί. Η Ελλάδα κατάφερε να μεταφέρει ένα τεράστιο απόθεμα προβληματικού χρέους εκτός τραπεζών, αλλά δεν έχει ακόμη καταφέρει να το εξαφανίσει από την οικονομία.

Και όσο δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ παραμένουν εγκλωβισμένα σε μη ρυθμισμένες ή επισφαλείς οφειλές, η επιτυχία της τραπεζικής εξυγίανσης θα παραμένει αναγκαστικά μισή: οι ισολογισμοί μπορεί να καθάρισαν, αλλά ο λογαριασμός εξακολουθεί να βαραίνει νοικοκυριά, επιχειρήσεις και την πραγματική οικονομία.

dnews.gr

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις