⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google
Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.
➕ Προσθήκη στη GoogleΗ κυβέρνηση γνωρίζει ότι οδεύει προς μια εκλογική ήττα. Πασχίζει όμως να πείσει ότι εξακολουθεί να ελέγχει τις πολιτικές εξελίξεις
Στη δημοκρατία υποτίθεται ότι τα πράγματα είναι σχετικά απλά. Εάν κερδίσεις τις εκλογές, δηλαδή με τον κάθε φορά ισχύοντα εκλογικό νόμο μπορείς να εκλέξεις 151 βουλευτές, σχηματίζεις κυβέρνηση. Κατά κύριο λόγο αυτό σημαίνει μια αυτοδύναμη κυβέρνηση, όμως υπήρξαν και περιπτώσεις που έγινε με συμμαχία. Εάν δεν το καταφέρεις έχεις χάσει τις εκλογές. Και αυτό σημαίνει είτε ότι τις κέρδισε κάποιος άλλος που σχημάτισε κυβέρνηση, είτε ότι η κάλπη δεν έβγαλε συσχετισμό που να επιτρέπει σχηματισμό κυβέρνησης, οπότε χρειάζονται και νέες εκλογές, από τις οποίες μέσα από τα πολύ πιο σαφή διλήμματα, θα φανεί ποιος είναι ο νικητής.
Στη Νέα Δημοκρατία κάνουν ως αυτή η βασική αρχή να μην έχει πια ισχύ. Ως εάν η Νέα Δημοκρατία να μπορεί να χάσει τις εκλογές, δηλαδή να πάρει ένα ποσοστό αρκετά κάτω από την αυτοδυναμία, αλλά τελικά να μην χάσει την εξουσία.
Και αυτό το κάνουν με δύο βασικούς τρόπους. Ο ένας είναι ότι αρχίζουν να «αθροίζουν» προκαταβολικά συνεταίρους από τώρα. Παραβλέποντας ότι είναι μια κυβέρνηση τόσο πολωτική που κατάφερε να πάει σε αναθεώρηση του Συντάγματος και σύσσωμη η αντιπολίτευση να δηλώσει ότι δεν θα δώσει ενισχυμένη πλειοψηφία από τώρα. Ο άλλος τρόπος είναι να φτιάχνουν μια εικόνα ότι όλες οι πολιτικές εξελίξεις, ό,τι και να γίνει, θα περιστρέφονται γύρω από τη Νέα Δημοκρατία. Ως εάν κανένα άλλο κόμμα να μην μπορεί να κυβερνήσει.
Τα «σενάρια» αυτά αναπαράγονται ποικιλοτρόπως στα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, παραβλέποντας ότι η επανάληψη μιας αβάσιμης θέσης, δεν πρόκειται να της προσδώσει πιστότητα. Αξιοποιούνται σε αυτή την κατεύθυνση και οι δημοσκοπήσεις, με την ίδια επικέντρωση στην «πρωτιά» της ΝΔ, προσπερνώντας όλα τα άλλα ποιοτικά στοιχεία που αυτές έχουν.
Και κάπου εδώ είναι που η πραγματικότητα αρχίζει και παίρνει την εκδίκησή της.
Το πρώτο και βασικό στοιχείο είναι ο τρόπος που η κοινωνία τοποθετείται απέναντι στην κυβέρνηση. Και ως προς αυτό όλες οι έρευνες συγκλίνουν στην ίδια κατεύθυνση. Υπάρχει ένα βαθύ ρήγμα με την κοινωνία, που στον πυρήνα του έχει όχι απλώς την ακρίβεια, αλλά τη συνειδητοποίηση από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ότι μπορεί να αυξάνονται τα ονομαστικά εισοδήματα, αλλά το πραγματικό κόστος ζωής αυξάνεται πολύ περισσότερο, όπως και η ανασφάλεια που αυτό συνεπάγεται. Αυτό δεν έχει να κάνει απλώς με μια «δυσαρέσκεια» (άλλωστε σχεδόν πάντοτε «δυσαρέσκεια» δηλώνουν οι πολίτες), αλλά πρωτίστως με το γεγονός ότι οι πολίτες θεωρούν ότι η κυβέρνηση δεν τήρησε τη δέσμευση που ανέλαβε ήδη το 2019 για μια «κανονικότητα» που θα σήμαινε και μικρότερη οικονομική ανασφάλεια. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών υποχώρησε κατά 2,5%.
Αυτό το ρήγμα βάθυνε και από τον τρόπο που οι πολίτες αισθάνονται ότι το κράτος δεν προσφέρει πια τη στοιχειώδη προστασία που όφειλε (και που ξεπερνάει κατά πολύ την ταύτιση της ασφάλειας με τη μεγαλύτερη αστυνομική παρουσία), κάτι που αποτυπώθηκε με τον πιο τραγικό τρόπο στην τραγωδία των Τεμπών. Η κρίση των θεσμών, τα κρούσματα κακοδιαχείρισης και διαφθοράς, και η προκλητική προσπάθεια να έχει διαρκώς ασυλία η κυβέρνηση, παρότι αποτελούν θέματα που παραδοσιακά τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχουν υψηλή στάθμιση ως προς την πρόθεση ψήφου, εντούτοις έρχονται στην περίπτωση της Νέας Δημοκρατίας και συνδυάζονται με τη βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης στη δυνατότητα του κράτους να κάνει τη δουλειά του.
Αυτό διαμορφώνει μια ρήξη ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και τη μεγάλη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, συμπεριλαμβανομένων και ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, που κυρίως οφείλεται στην αίσθηση ότι η συνθήκη γίνεται πιο επισφαλής, πιο άνιση και πιο εχθρική για «τους πολλούς».
Η ρήξη αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με τις όποιες ιδεολογικές μεταστροφές της Νέας Δημοκρατίας, π.χ. με την υπόσχεση για περισσότερη αστυνομία (και τις επιλεκτικές «διαλευκάνσεις» υποθέσεων μεγάλης φόρτισης), ούτε με την ακροδεξιά ρητορική – και πρακτική – για το μεταναστευτικό και το προσφυγικό, ούτε με κορόνες του τύπου «να προστατεύσουμε τη γλώσσα και τη σημαία» στο Σύνταγμα», ούτε με «κλεισίματα του ματιού» της μορφής «μπορεί και να επανεξετάσουμε το θέμα με τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών».
Και αυτό γιατί αυτό που ζητά το ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας που σήμερα απομακρύνεται, δεν είναι μια καθησυχαστική ιδεολογική ρητορική, αλλά μια νέα εμπιστοσύνη στο ότι υπάρχει κυβέρνηση και κράτος που ασχολείται με την κοινωνία και τα προβλήματά της. Και αυτή την εμπιστοσύνη, η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν μπορεί να την προσφέρει.
Αυτό διαμορφώνει το «ταβάνι» στο οποίο προσκρούει η Νέα Δημοκρατία και αυτό το «ταβάνι» δεν πρόκειται να το ξεπεράσει, ό,τι και εάν κάνει και όσο και εάν προσπαθήσει να αξιοποιήσει το διάστημα που απομένει μέχρι τις εκλογές.
Γιατί στον αγώνα δρόμου που κάνει η Νέα Δημοκρατία ο αντίπαλος δεν είναι η αντιπολίτευση. Είναι η κοινωνική δυσπιστία που είναι πια τελεσίδικη.
Και που το πιο πιθανό είναι το επόμενο διάστημα να ενισχυθεί καθώς το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, ακόμη και εάν γίνει μερική μεταφορά κάποιων έργων σε εθνικά προγράμματα (και πόρους), θα οδηγήσει σε αισθητή επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, την ώρα που τα μέτρα για την ακρίβεια υπολείπονται κατά πολύ των κοινωνικών αναγκών.
Την ίδια στιγμή, η αντιθεσμική αλαζονεία της κυβέρνησης, οι αλλεπάλληλες υπενθυμίσεις για τις «γίδες στην πλάτη» κυβερνητικών στελεχών (απέναντι στις οποίες η επίκληση του «τεκμηρίου αθωότητας» θα φαντάζει όλο και περισσότερο ομολογία ενοχής), ο ίδιος ο αριθμός των υπόδικων κυβερνητικών στελεχών, κάθε άλλο παρά θα διευκολύνει την κυβερνητική προσπάθεια «αποκατάστασης δεσμών» με εκείνα τη τμήματα του εκλογικού σώματος που στρέφουν την πλάτη στην κυβέρνηση.
Και όλα αυτά σημαίνουν ότι πολύ δύσκολα θα μπορέσει η Νέα Δημοκρατία να βρει «προθύμους». Όχι γιατί δεν υπάρχει στην πολιτική σκηνή αρκετός καιροσκοπισμός, αλλά γιατί θα ήταν αυτοκαταστροφικό για οποιαδήποτε πολιτική δύναμη να «πλασαριστεί» σήμερα ως δυνητικός συνεταίρος της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και αυτό γιατί πολύ απλά θα σήμαινε ότι σε αυτή την περίπτωση θα έπαιρνε θέση στη λάθος πλευρά της διαχωριστικής γραμμής στην ελληνική κοινωνία.
Και με αυτό τον τρόπο σταδιακά, όπως ήδη γίνεται, το ερώτημα θα μετατοπίζεται στο «εάν όχι η ΝΔ, τότε ποιος;». Γιατί ο σχεδιασμός της ΝΔ ακόμη και τώρα στηρίζεται πάνω στο «κοιτάξτε την αντιπολίτευση, μπορείτε να την εμπιστευτείτε;».
Μόνο που ήδη φαίνεται ότι η κοινωνία επιδιώκει να βρει μια εναλλακτική και να την εμπιστευτεί, με όλη τη δυσκολία που αυτό μπορεί να έχει σε μια συνθήκη όπου και η αντιπολίτευση πέρασε βαθιά κρίση. Όμως, στην πολιτική μετράει τελικά ποιος προσπαθεί να εκπροσωπήσει το ερώτημα που η ίδια η πραγματικότητα θέτει. Και αυτό δεν είναι το «πώς θα συνεχίσει να κυβερνά ο Κυριάκος Μητσοτάκης», αλλά το «πώς θα υπάρξει πολιτική αλλαγή». Ανεξαρτήτως δημοσκοπήσεων, η πολιτική σκηνή έχει ήδη γυρίσει σελίδα…
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις







































![[385168] ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ / 2η ΗΜΕΡΑ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)](https://happenednow.gr/wp-content/uploads/2026/07/koinov-1-1068x623.jpg)












