⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google

Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.

➕ Προσθήκη στη Google

Το Documento αποκαλύπτει και δεύτερο βούλευμα-καταπέλτη, τώρα από το Συμβούλιο Εφετών.

Χρειάστηκαν «μόλις» 42 μήνες, ενστάσεις, εφέσεις, υπομνήματα, αλλαγή νομοθεσίας και κυριολεκτικά μια ολόκληρη ενδεκάδα λειτουργών της Θέμιδος (εισαγγελέων και δικαστών) για να συμβεί αυτό που θα έπρεπε να είναι εξαρχής το αυτονόητο και να αποφευχθεί η συγκάλυψη που εξυφαινόταν επί τριάμισι χρόνια.

Με ένα νομικά εξαιρετικό βούλευμα 122 σελίδων, το υπ’ αριθμόν 896/2026, του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών –το υπογράφουν η πρόεδρος Εφετών Βασιλική Κατσούλα και οι εφέτες Ιωάννα Κουκουράκη και Κωνσταντίνος Ρόκος (εισηγητής)– παραπέμπονται εντέλει στο ακροατήριο ο γιος του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου και η παρέα του. Και τους ακολουθούν ο πρώην αρχηγός της ΕΛΑΣ Μιχάλης Καραμαλάκης, οι τέσσερις αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ και οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί που «πρωταγωνίστησαν» στη συγκάλυψη του «τυπικού ελέγχου» τη νύχτα της 21ης Νοεμβρίου 2021, κατά τον οποίο οι τέσσερις νεαροί βρέθηκαν να κατέχουν μια αμελητέα ποσότητα κάνναβης.

Ποιος θα μπορούσε τότε να φανταστεί ότι 8,9 ολόκληρα «απειλητικά» γραμμάρια κάνναβης θα ήταν ικανά να δοκιμάσουν τις αντιστάσεις ακόμη και της ίδιας της Δικαιοσύνης απέναντι σε αδιανόητες μεθοδεύσεις, προκειμένου να μη «λερωθεί» το μητρώο ενός υπουργικού γόνου και κατά συνέπεια και η εικόνα ενός μέλους της κυβέρνησης των αρίστων;

Ολο αυτό το διάστημα γίναμε μάρτυρες αποκαρδιωτικών για το κράτος δικαίου καταστάσεων αλλά και «θαυμάτων». Είδαμε, για παράδειγμα, τον αντεισαγγελέα εφετών Αστέριο Σεραφείμ να κάνει έφεση και να συντάσσει σε χρόνο-μηδέν μια 28σέλιδη πρόταση απαλλαγής απέναντι στο παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών για να βγάλει άπαντες λάδι.

Το πιο εντυπωσιακό; Η πρόταση αυτή αποτελούσε ένα ζηλευτό δικανικό copy-paste (ακόμη και στα σημεία στίξης!) της προγενέστερης απαλλακτικής πρότασης της αντεισαγγελέα εφετών Ροζαλίας Λάλλη. Της δικαστικής λειτουργού που όλως τυχαίως ανέλαβε την υπόθεση μόλις το σύστημα φρόντισε να «εξοστρακίσει» με μεθοδευμένο πειθαρχικό έλεγχο τον εισαγγελέα εφετών Δημήτρη Πιέρρο, προφανώς επειδή ήταν ο πρώτος που αντιστάθηκε στο αφήγημα της συγκάλυψης.

Τώρα το παραπεμπτικό βούλευμα που αποκαλύπτει το Documento εξυψώνει με δικονομική αρτιότητα όσους δικαστικούς δεν λύγισαν. Και δεν συμφωνεί απλώς με το σκεπτικό της πρότασης παραπομπής του εισαγγελέα πρωτοδικών Νικoλάου Κοκαρίδα και το βούλευμα που την αποδέχτηκε στο σύνολό της, αλλά μέσα τις σελίδες του οι τρεις εφέτες που το υπογράφουν επέκτειναν το σκεπτικό και τη νομική επιχειρηματολογία των πρωτοδικών συναδέλφων τους αποκρυσταλλώνοντας με απόλυτη ευκρίνεια όλα όσα κρύβει στον πυρήνα της αυτή η μείζονος σημασίας για τη Δικαιοσύνη υπόθεση.

Ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά.

Τυπικός έλεγχος… 80 λεπτών

Η ανατομία της συγκάλυψης αποτυπώνεται στη δράση της αστυνομικής ομάδας Δ209-1 (δηλαδή των αστυνομικών της ομάδας ΔΙΑΣ) και του επόπτη της κατά τη διάρκεια του επίμαχου ελέγχου.

Σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα της Διεύθυνσης Αμεσης Δράσης και τα ημερήσια δελτία υπηρεσίας, η ομάδα ξεκίνησε τον έλεγχο στους τέσσερις νεαρούς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο υπουργικός γόνος, ακριβώς στις 20.30. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, στις 20.45, κι αφού όλοι πλέον είχαν ενημερωθεί ότι ένας εκ των τεσσάρων ήταν ο γιος του Τ. Θεοδωρικάκου, καταφτάνει εσπευσμένα στο σημείο ο επόπτης.

Το γεγονός που προκαλεί τεράστια εντύπωση και αποτελεί τον πυρήνα της δικαστικής κρίσης είναι ο ασυνήθιστα μεγάλος και εντελώς αδικαιολόγητος χρόνος που διήρκεσε αυτός ο υποτιθέμενος «τυπικός» έλεγχος αν δεχτούμε ως δεδομένο, όπως βεβαιώθηκε στη συνέχεια, ότι δεν έβγαλε… τίποτε το μεμπτό.

Ο έλεγχος ολοκληρώθηκε τελικά στις 21.50. Οπως επισημαίνει ρητά το αποκαλυπτικό βούλευμα: «Ο έλεγχος, παρότι κατά τις προσφυγές εμφανίζεται ως απλός, τυπικός και αρνητικός, παρέμεινε επισήμως ανοικτός μέχρι τις 21.50. Διήρκεσε, συνεπώς, μία ώρα και είκοσι λεπτά. Η διάρκεια αυτή ήταν πολλαπλάσια από τη διάρκεια των λοιπών αρνητικών ελέγχων της ίδιας ομάδας κατά την ίδια βάρδια».

Το Δικαστικό Συμβούλιο υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ότι «η αντιπαραβολή είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική». Αμέσως μετά τη λήξη του πολύκροτου περιστατικού, η ομάδα ολοκλήρωσε έναν νέο έλεγχο ρουτίνας στην οδό Ανδρέα Παπανδρέου. Ο χρόνος που χρειάστηκε; Μόλις οκτώ λεπτά.

Λίγο αργότερα το ίδιο βράδυ, σε πάρκο της Αγίας Ελεούσης, η Δ209-1 «έλεγξε, μέσα σε οκτώ λεπτά, έξι πρόσωπα και μία μοτοσικλέτα». Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα καθώς αποδεικνύεται περίτρανα ότι «ο επίμαχος έλεγχος τεσσάρων προσώπων διήρκεσε ογδόντα λεπτά, ενώ μεταγενέστερος έλεγχος έξι προσώπων και οχήματος ολοκληρώθηκε σε οκτώ».

Οι άνωθεν εντολές

Τι συνέβη όμως σε αυτά τα 80 λεπτά; Το βούλευμα περιγράφει πώς οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί ενέδωσαν σε άνευ προηγουμένου πιέσεις. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο κείμενο, ο τότε επικεφαλής της Αμεσης Δράσης Σπύρος Δόσχορης «υπό την απειλή άμεσης αποστρατείας και σε κατάσταση έντονης ψυχικής πιέσεως… κάμφθηκε».

Η ευθύνη βαραίνει την ίδια την τότε κορυφή της αστυνομίας. Σύμφωνα με το βούλευμα, οι τέσσερις νεαροί «προμηθεύτηκαν και κατείχαν από κοινού για αποκλειστικώς δική τους χρήση μικροποσότητα ινδικής κάνναβης περίπου 8,9 γραμμαρίων». Ωστόσο οι αστυνομικοί, «μολονότι διαπίστωσαν την κατοχή, τους άφησαν από κοινού ελεύθερους και ματαίωσαν τη δίωξή τους».

Το βούλευμα αναφέρει ρητώς ότι ο πρώην αρχηγός της ΕΛΑΣ Μιχ. Καραμαλάκης «προκάλεσε την απόφαση αυτή μέσω της υπηρεσιακής ιεραρχίας και άσκησε παράνομη βία στον δέκατο κατηγορούμενο, Δόσχορη Σπυρίδωνα, απειλώντας τον με άμεση αποστρατεία».

Η εντολή άνωθεν ήταν κυνική και απολύτως σαφής: «Να μη γίνει προσαγωγή, να μη σχηματιστεί δικογραφία και να καταστραφούν οι ποσότητες». Η δε αρνητική αναζήτηση για προηγούμενα αδικήματα στο ηλεκτρονικό σύστημα χρησιμοποιήθηκε «όχι ως διαπίστωση ότι δεν υπήρχαν ουσίες, αλλά ως πρόσχημα για να ολοκληρωθεί η αποδέσμευση των ελεγχομένων χωρίς κατάσχεση, σύλληψη και σχηματισμό δικογραφίας».

Η συγκάλυψη επισφραγίστηκε λίγες ώρες αργότερα με μια μεταμεσονύκτια, σκιώδη σύσκεψη στο κτίριο της ΓΑΔΑ. Το δελτίο του επόπτη καταγράφει αυτήν τη συνάντηση από τις 22.15 έως τις 23.30, όταν και έγινε η ανταλλαγή των φωτογραφιών των πειστηρίων που τραβήχτηκαν. Επιπλέον παρατίθενται τα ιδιωτικά μηνύματα της συζύγου του εμπλεκόμενου αξιωματικού, η οποία έγραφε στο κινητό της: «πιάσανε το γιο του Υπουργού με χασίσι», «τον αφήσανε» και ότι αμέσως «μετά σκάγανε τα τηλέφωνα σαν βεγγαλικά».

Κατάρρευση της υπεράσπισης

Η περιβόητη εγγραφή «είχε καλώς» που καταχωρίστηκε στο δελτίο του επόπτη, σύμφωνα με το βούλευμα, δεν έχει καμία αποδεικτική αξία αθωότητας. Απεναντίας «αποτυπώνει την υπηρεσιακή εκδοχή που καταχωρίστηκε μετά την απόφαση να μη δοθεί συνέχεια». Ξεκαθαρίζεται ρητά πως η αναφορά αυτή «δεν αποτελεί ανεξάρτητη πιστοποίηση της ανυπαρξίας ευρημάτων, διότι προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο του οποίου η συμμετοχή ελέγχεται και αφορά ακριβώς το αποτέλεσμα που φέρεται ότι αποκρύφτηκε».

Επιπρόσθετα το Δικαστικό Αυμβούλιο επικεντρώνεται σε τρεις ψηφιακές λήψεις που ελήφθησαν εκείνο το βράδυ και απεικονίζουν με σαφήνεια «στη σέλα της υπηρεσιακής μοτοσικλέτας έγγραφα, κινητά αντικείμενα, χαρτάκια, περισσότερους μεταλλικούς τρίφτες και μικρές συσκευασίες ή τεμάχια φυτικού υλικού».

Οι κατηγορούμενοι, ελλείψει των πραγματικών πειστηρίων τα οποία φρόντισαν να εξαφανιστούν, ισχυρίστηκαν με θράσος ότι επρόκειτο αποκλειστικά για «χύμα καπνό, κόφτες ή τρίφτες καπνού». Αν και το Συμβούλιο Εφετών παραδέχεται ότι μια φωτογραφία, απομονωμένη, δεν μπορεί να προσφέρει ασφαλή χημική ταυτοποίηση, διευκρινίζει πως η αλήθεια αναδύεται από το σύνολο των στοιχείων.

Το αποδεικτικό συμπέρασμα «στηρίζεται στη σύγκλιση της εικόνας με την αυθημερόν ιδιόχειρη σημείωση “4 σακουλάκια”, “8,9 γραμμάρια” και “3 τρίφτες”». Τα ευρήματα αυτά, τα οποία κρατήθηκαν στο προσωπικό ημερολόγιο κατηγορούμενου αξιωματικού (του Δόσχορη) το ίδιο βράδυ για να προστατεύσει τον εαυτό του, συνδέονται άμεσα, σύμφωνα με το βούλευμα, με «τη σύγχρονη αναφορά των οικογενειακών μηνυμάτων σε “χασίσι”», καθώς και με την εξωφρενική διάρκεια του ελέγχου.

Επίκληση στο ChatGPT

Στην προσπάθειά του να γλιτώσει τις ποινικές συνέπειες των πράξεών του ο Μιχ. Καραμαλάκης προσκόμισε κι εντάχθηκε στη δικογραφία και μνημονεύτηκε ως αξιόπιστο στοιχείο από δύο εκ των εισαγγελέων που προσπάθησαν να «χαντακώσουν» την υπόθεση τεχνική έκθεση γεωπόνου, η οποία υποστήριζε ότι δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί πως το φωτογραφημένο υλικό στη σέλα είναι κάνναβη και ότι οι τρίφτες θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται για άλλα φυτά.

Οι εφέτες απορρίπτουν τον σαθρό συλλογισμό, τονίζοντας πως «από αυτή την αρνητική διαπίστωση, όμως, δεν έπεται θετικώς ότι το υλικό είναι καπνός» και ότι η αδυναμία επιβεβαίωσης της μίας ουσίας «δεν αποτελεί απόδειξη της άλλης».

Αυτό που πραγματικά κατακεραυνώνει το βούλευμα είναι η μεθοδολογία αυτής της τεχνικής έκθεσης, η οποία προσέγγισε τα όρια της φαιδρότητας. Οι δικαστές υπογραμμίζουν ότι «οι γενικές διαδικτυακές εικόνες, οι μη προσκομισθείσες βιβλιογραφικές παραπομπές, οι αναφορές σε άλεση τσαγιού, καφέ ή άλλων φυτικών προϊόντων και η επίκληση απαντήσεως του ChatGPT δεν συνιστούν δόκιμη εγκληματολογική μέθοδο».

«Νυχτερινές επικοινωνίες»

Εξίσου έωλο κρίθηκε και το άλλοθι του πρώην αρχηγού της ΕΛΑΣ, ο οποίος επιχείρησε να δικαιολογήσει τις αλλεπάλληλες, νυχτερινές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον διοικητή της Αμεσης Δράσης επικαλούμενος τα… αυξημένα μέτρα τάξης για τον ποδοσφαιρικό αγώνα ΑΕΚ – Ολυμπιακός στο ΟΑΚΑ.

Το Δικαστικό Συμβούλιο είναι πάλι καταπέλτης, σημειώνοντας ότι το ποδόσφαιρο «δεν εξηγεί το ειδικό περιεχόμενο της αυθημερόν σημειώσεως, τα οικογενειακά μηνύματα, την αποστολή των επτά φωτογραφιών, τη συγκέντρωση ονομάτων και στοιχείων ούτε τη σύμπτωση όλων αυτών με τον ασυνήθιστα παρατεταμένο έλεγχο».

Αντιθέτως, η ίδια η παραδοχή του αρχηγού ότι έλαβε τις φωτογραφίες από τον έλεγχο στο κινητό του, έστω κι αν ισχυρίζεται πως έβλεπε απλώς τηλέφωνα και καπνό, λειτουργεί επιβαρυντικά για τον ίδιο. Οπως υπογραμμίζεται ρητώς στο βούλευμα, η παραδοχή αυτή «βεβαιώνει τουλάχιστον ότι ένας φερόμενος ως συνήθης αρνητικός έλεγχος έφθασε αυθημερόν στην κορυφή της Ελληνικής Αστυνομίας και συνοδεύτηκε από οπτικό υλικό».

«Μη αναστρέψιμη» ζημιά

Η προσπάθεια του υποδιοικητή της Άμεσης Δράσης να πάρει πάνω του την ευθύνη της ενημέρωσης του αρχηγού για να τον καλύψει κρίθηκε εντελώς προβληματική. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έμαθε για το συμβάν αργά το βράδυ στη ΓΑΔΑ και αποφάσισε δήθεν αυτοβούλως να ειδοποιήσει την ηγεσία.

Το βούλευμα εντοπίζει την κραυγαλέα αντίφαση: «Αν πράγματι επρόκειτο για ολοκληρωμένο, τυπικό και απολύτως αρνητικό έλεγχο, η ανάγκη αναλυτικής αναφοράς, καταγραφής όλων των στοιχείων και επικοινωνίας με τον αρχηγό παραμένει ανεπαρκώς αιτιολογημένη».

Επιπλέον, στηλιτεύεται η καταπάτηση κάθε υπηρεσιακής λογικής κατά τη σύσκεψη: «δεν εξηγείται για ποιον λόγο, υπό τις συνθήκες αυτές, την επικοινωνία με τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας ανέλαβε ο Υποδιοικητής και όχι ο παριστάμενος Διοικητής, στον οποίο κατά την υπηρεσιακή τάξη ανήκε η αναφορά».

Το Δικαστικό Συμβούλιο, διαπιστώνοντας πως η νύχτα εκείνη «άφησε πολλαπλά ανεξάρτητα ίχνη», καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι ο καταγγέλλων διοικητής «επινόησε εκ του μηδενός ένα συμβάν που δεν είχε απασχολήσει τη διοίκηση». Η «εσωτερική λογική συνέχεια» της αντίδρασής του «εξηγεί τόσο την κάμψη όσο και την προσπάθειά του να διατηρήσει για τον εαυτό του ίχνη του συμβάντος».

Καταλήγοντας, το βούλευμα κάνει λόγο για «επαρκείς και σοβαρές ενδείξεις, δηλαδή αποδεικτικό σύνολο ικανό να στηρίξει βάσιμα την κατηγορία και να καταστήσει αναγκαία την οριστική κρίση του ακροατηρίου». Η «συνεκτική αποδεικτική αλυσίδα» που περιγράφουν οι δικαστές δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.

Η παράλογη υπερασπιστική γραμμή απαιτεί, σύμφωνα με το βούλευμα, «να θεωρηθεί ότι ένας απολύτως αρνητικός έλεγχος, χωρίς οποιοδήποτε παράνομο εύρημα, διήρκεσε ανεξήγητα ογδόντα λεπτά, προκάλεσε μετάβαση επόπτη, λεπτομερή φωτογράφιση αντικειμένων και ταυτοτήτων, ειδική σύσκεψη τριών ανώτερων αξιωματικών, διαδοχική αποστολή των ίδιων αρχείων μέχρι τον Αρχηγό και σύγχρονες ιδιωτικές αναφορές σε χασίς και επανειλημμένες κλήσεις». Μια συσσώρευση συμπτώσεων που, όπως γράφεται αυστηρά, «δεν εξηγείται πειστικά από τη συγγενική ιδιότητα του τέταρτου κατηγορουμένου (σ.σ.: του γιου Θεοδωρικάκου) και μόνο».

Η οριστική απώλεια των πειστηρίων, καθώς δεν ενημερώθηκε ποτέ ο εισαγγελέας και δεν συντάχθηκαν εκθέσεις, αποτελεί μια «μη αναστρέψιμη» ζημιά που «εξουδετέρωσε ουσιωδώς τη δυνατότητα των αρχών να βεβαιώσουν την πράξη κατά τον χρόνο τελέσεώς της».

Μαζεύτηκαν πολλά γαλόνια

Η παραπομπή των έντεκα κατηγορουμένων στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν αποτελεί μεμονωμένη ψηφίδα, αλλά τον κεντρικό «πυρήνα» μιας ευρύτερης δικογραφίας η οποία βασίζεται στην αρχική καταγγελία του άλλοτε επικεφαλής της Αμεσης Δράσης Σπ. Δόσχορη, επεκτείνεται όμως σε δύο εξαιρετικά βαριά συστατικά στοιχεία, τα οποία καταδεικνύουν το βάθος της θεσμικής σήψης.

Το πρώτο αφορά την εν εξελίξει έρευνα για πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα σε βάρος πρωτοκλασάτων, πλέον, στελεχών της αστυνομίας, όπως την είχε παραγγείλει ο Δ. Πιέρρος αντικρίζοντας τις πρακτικές συγκάλυψης στελεχών των «Αδιάφθορων».

Και δεύτερο συστατικό είναι η μηνυτήρια αναφορά του πρώην διοικητή των Αδιάφθορων, αντιστράτηγου εν αποστρατεία Ηλία Κοσσυβάκη. Η τύχη αυτής της μήνυσης παραμένει ένα από τα μεγάλα μυστήρια, καθώς φαίνεται να αγνοείται κάπου στα συρτάρια του ελληνικού κοινοβουλίου.

Ο Ηλ. Κοσσυβάκης έχει στραφεί νομικά κατά του ίδιου του Τ. Θεοδωρικάκου, του πρώην αρχηγού της ΕΛΑΣ Λάζαρου Μαυρόπουλου, του υπαρχηγού Α΄ Παναγιώτη Πούπουζα, αλλά και του υπαστυνόμου Β΄ τότε Φώτιου Μπράμη, εγκαλώντας τους για βαρύτατα αδικήματα, όπως αυτά της δωροδοκίας, της δωροληψίας και της παράβασης καθήκοντος. Βασικό συστατικό της μηνυτήριας αναφοράς καταδεικνύει τον τρόπο που οι «στρατηγοί» τότε έκλεισαν την ΕΔΕ που αφορούσε τη συγκάλυψη της υπόθεσης του υπουργικού γόνου.

Το θέατρο της ΕΔΕ

Σύμφωνα με το βούλευμα 896/2026, η κρίση των εφετών για την περιβόητη προκαταρκτική διοικητική εξέταση (ΕΔΕ) και τις προτάσεις αρχειοθέτησης που ακολούθησαν για να θαφτεί το θέμα είναι συντριπτική.

Η επίμαχη διοικητική διερεύνηση, η οποία έγινε κατ’ εντολήν του τότε αρχηγού Κωνσταντίνου Σκούμα και διενεργήθηκε από τον τότε υπαρχηγό (και μετέπειτα αρχηγό) Λαζ. Μαυρόπουλο, αποδομείται πλήρως. Το βούλευμα καθιστά σαφές ότι η τυπική αρμοδιότητα του διενεργήσαντος την ΕΔΕ και η «νομότυπη» σύνταξη ενός πορίσματος δεν αναπληρώνουν την εσκεμμένη παράλειψη εξετάσεως κρίσιμων πηγών.

Όπως τονίζεται, η έρευνα δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως διαδικασία απλής επιβεβαίωσης της αρχικής (και «πειραγμένης») υπηρεσιακής αναφοράς, αλλά όφειλε να αποτελέσει μέσο αντικειμενικής και αυτεπάγγελτης συλλογής κάθε πρόσφορου αποδεικτικού μέσου – κάτι που προφανώς δεν συνέβη.

Γιάγκος Λαμπίρης Δικηγόρος του καταγγέλλοντος Σπύρου Δόσχορη 

«Το κύρος δεν υποκαθιστά τη νομιμότητα»

Η έκδοση του υπ’ αριθ. 896/2026 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών αποτελεί δικαίωση ενός επίμονου, δύσκολου και θεσμικά αναγκαίου αγώνα. Το Συμβούλιο Εφετών δεν περιορίστηκε σε τυπική επικύρωση μιας παραπεμπτικής κρίσης. Με αιτιολογία εξαιρετικής πληρότητας κατέδειξε ότι η υπόθεση δεν θεμελιώνεται σε εικασίες ή προσωπικές εκτιμήσεις, αλλά σε συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα, υπηρεσιακές καταγραφές, τεχνικά στοιχεία, φωτογραφικό υλικό, επικοινωνίες και αλληλουχία γεγονότων.

Ιδίως ως προς την κατοχή ναρκωτικής ουσίας από τον υιό του τότε υπουργού και την παρέα του, η κρίση του βουλεύματος δεν διατυπώνεται ως απλή πιθανολόγηση. Αναλύεται με τρόπο συγκεκριμένο, αναλυτικό και αμείλικτο. Το ίδιο ισχύει και για την εμπλοκή προσώπων που επιχείρησαν να εμφανίσουν το αυτονόητο ως αμφισβητούμενο, το καταγεγραμμένο ως ανύπαρκτο και τη θεσμική εκτροπή ως υπηρεσιακή κανονικότητα.

Ως προς τον υπασπιστή του τότε υπουργού, το βούλευμα είναι ιδιαιτέρως αιχμηρό. Η άρνησή του ότι υπήρξαν κρίσιμη επικοινωνία και ενημέρωση δεν κρίθηκε ικανή να εξαλείψει τη σοβαρή ένδειξη της επικοινωνίας, διότι η σχετική πληροφορία είχε ήδη αποτυπωθεί τη νύχτα του συμβάντος, πολύ πριν από την αποστρατεία και την καταγγελία του Σπυρίδωνος Δόσχορη. Η χρονική αλληλουχία, οι κλήσεις, τα μηνύματα και οι οικογενειακές επικοινωνίες συγκροτούν εικόνα που δεν εξαφανίζεται με μία εκ των υστέρων άρνηση.

Εξίσου συντριπτική είναι η κρίση για την προκαταρκτική διοικητική εξέταση και τις προτάσεις αρχειοθέτησης. Το βούλευμα καθιστά σαφές ότι η τυπική αρμοδιότητα του διενεργήσαντος την προκαταρκτική διοικητική εξέταση και η νομότυπη σύνταξη πορίσματος δεν αναπληρώνουν την παράλειψη εξετάσεως κρίσιμων πηγών. Η διοικητική αυτή διερεύνηση έγινε, κατ’ εντολήν του τότε αρχηγού Κωνσταντίνου Σκούμα, από τον τότε υπαρχηγό και μετέπειτα αρχηγό Λάζαρο Μαυρόπουλο.

Δεν μπορούσε όμως να λειτουργήσει ως διαδικασία απλής επιβεβαίωσης της αρχικής υπηρεσιακής αναφοράς· όφειλε να αποτελέσει μέσο αντικειμενικής και αυτεπάγγελτης συλλογής κάθε πρόσφορου αποδεικτικού μέσου. Παράλληλα, το βούλευμα αποδομεί πλήρως το επιχείρημα του Μιχαήλ Καραμαλάκη ότι δύο ανώτατοι αξιωματικοί που διετέλεσαν αρχηγοί δεν θα μπορούσαν να παραβλέψουν παρανομία, κρίνοντας ότι με τον τρόπο αυτό «μετατρέπει το κύρος των προσώπων σε υποκατάστατο ελέγχου της μεθόδου».

Σήμερα η Δικαιοσύνη είπε το αυτονόητο: ότι κανένα αξίωμα, καμία ιεραρχία και καμία υπηρεσιακή σιωπή δεν μπορούν να μετατρέψουν τη συγκάλυψη σε νομιμότητα. Η υπόθεση οδηγείται εκεί όπου έπρεπε εξαρχής να οδηγηθεί: στο δημόσιο ακροατήριο.

Γιάννης Τσακαρισιάνος

Πηγή

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις