⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google

Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.

➕ Προσθήκη στη Google

Στην Κούβα του 2026 το σκοτάδι δεν είναι πια σχήμα λόγου, ούτε εκείνη η κάπως ρομαντική εικόνα μιας Καραϊβικής που έμαθε να ζει με λιγότερα, μετατρέποντας την έλλειψη σε ευρηματικότητα και την ανέχεια σε μια σχεδόν μυθολογική ικανότητα επιβίωσης.

Είναι πραγματικό σκοτάδι, πυκνό και επαναλαμβανόμενο, που μπορεί να κρατήσει μια ολόκληρη μέρα, μέσα στο οποίο οι κάτοικοι περιμένουν τις σύντομες απρόβλεπτες επιστροφές του ηλεκτρικού για να μαγειρέψουν, να φορτίσουν ένα τηλέφωνο και να βάλουν μπροστά την αντλία του νερού.

Αντίστοιχα είναι τα πολύωρα και κάποτε πολυήμερα μπλακ-άουτ ενός απαρχαιωμένου ενεργειακού δικτύου, η έλλειψη καυσίμων, τροφίμων και φαρμάκων, η υποχώρηση του τουρισμού, οι δυσκολίες στις μεταφορές και μια καθημερινότητα που μοιάζει σχεδόν ανέφικτη.

 

Μαζική φυγή από το νησί

Υστερα από επαναστάσεις, εμπάργκο, κρίσεις, ηρωικές αφηγήσεις και πραγματικά αδιέξοδα, μοιάζει να έχει έρθει το τέλος εποχής για την Κούβα. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε ταυτόχρονα για τέλος συμβολικό και πραγματικό και όχι απλώς για το θεαματικό τέλος της επανάστασης που προφήτευαν επί εξήντα χρόνια οι εχθροί της.

Εν προκειμένω, το τέλος είναι πιο αργό και πολύ βαθύτερο – και αυτό γιατί αφορά την εξάντληση ενός ιστορικού υποδείγματος που άντεξε τον Ψυχρό Πόλεμο, την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης και την τρομακτική «Ειδική Περίοδο» της δεκαετίας του ’90, αλλά σήμερα αναγκάζεται να ανοίξει δρόμους προς μια ιδιωτική οικονομία την οποία κάποτε αντιμετώπιζε σχεδόν ως ιδεολογικό μίασμα.

Τον Ιούλιο η κυβέρνηση του Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ προχώρησε σε νέα μέτρα που επιτρέπουν μεγαλύτερο ρόλο στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, ακόμη και στην εισαγωγή καυσίμων και φαρμάκων, στη γεωργία και στον τουρισμό, επιμένοντας πάντως ότι στρατηγικοί τομείς θα παραμείνουν υπό κρατικό έλεγχο.

Πρόκειται για μια αναγκαστική υβριδική συνθήκη που προβλήθηκε ως η μοναδική λύση που θα μπορούσε να σώσει την Κούβα από την απόλυτη καταστροφή, με τις σημερινές ασφυκτικές συνθήκες να αναγκάζουν εκατοντάδες πολίτες σε εγκατάλειψη της χώρας.

Δεν είναι τυχαίο ότι καθημερινά εκατοντάδες ξένοι κάτοικοι, μεταξύ των οποίων πολλοί Ελληνες, από αυτούς που υπόσχονταν ότι δεν θα άφηναν ποτέ το νησί, αναγκάζονται να το εγκαταλείψουν γιατί αδυνατούν απλώς να επιβιώσουν. Ακόμα και ο τουρισμός που τροφοδοτούσε το νησί με το απαραίτητο χρηματικό απόθεμα και το βοηθούσε να επιβιώσει, δεν μπορεί αυτή τη στιγμή εκ των πραγμάτων να σταθεί χωρίς νερό και στοιχειώδη ηλεκτροδότηση.

Η εκατονταετηρίδα του Φιντέλ Κάστρο βρίσκει το νησί να αναρωτιέται όχι τόσο τι απέμεινε από τον ίδιο -ο μύθος του άλλωστε έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτικός-, όσο τι απέμεινε από τον κόσμο που δημιούργησε.

Γιατί η Κούβα που ξέραμε, η μυθική αλλά και η πραγματική, με τα παλιά αμερικανικά αυτοκίνητα, τα χρωματιστά σπίτια που ξεφλουδίζουν κάτω από τον τροπικό ήλιο, τα αυτοσχέδια Cuba Libre, τους ανθρώπους που ερωτεύονταν μέχρι αύριο, τον ιδρώτα που γυάλιζε πάνω στα σώματα μαζί με τον χορό, αλλά και εκείνη την εντυπωσιακή αγάπη για τη μόρφωση και τον πολιτισμό που συναντούσες ακόμη και μέσα στην πιο βαθιά φτώχεια φαίνεται να απομακρύνεται.

Οχι επειδή όλα αυτά υπήρξαν τόσο ειδυλλιακά όσο τα φαντάστηκε η Δύση -η φτώχεια δεν είναι εξωτισμός και η στέρηση δεν είναι γραφικότητα-, αλλά επειδή η ιδιότυπη ισορροπία πάνω στην οποία στηρίχθηκε για δεκαετίες η κουβανική κοινωνία έχει διαρραγεί.

Η Αμερική επιστρέφει

Η δεύτερη κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει κλιμακώσει δραστικά την πίεση, η οποία έρχεται να συναντήσει ένα σύστημα ήδη βαθιά τραυματισμένο από τις δικές του χρόνιες δυσλειτουργίες: χαμηλή παραγωγικότητα, έλλειψη συναλλάγματος, γραφειοκρατία, ανύπαρκτες σχεδόν, λόγω παλαιότητας, υποδομές, ενεργειακή εξάρτηση και μια οικονομία που δυσκολεύεται να εξασφαλίσει ακόμη και τα στοιχειώδη.

Θα ήταν επομένως εξίσου απλοϊκό να αποδώσει κανείς ολόκληρη την καταστροφή στις ΗΠΑ όσο και να προσποιηθεί ότι οι κυρώσεις και το εμπάργκο δεν έχουν τεράστιες συνέπειες. Ακόμη και σήμερα, η ακαδημαϊκή συζήτηση για το βάρος των δύο παραγόντων -του σοσιαλιστικού οικονομικού μοντέλου από τη μία και της αμερικανικής απομόνωσης από την άλλη- παραμένει ανοιχτή.

Το βέβαιο είναι ότι για περισσότερες από έξι δεκαετίες το κουβανικό καθεστώς χρησιμοποίησε την αμερικανική απειλή ως πραγματικότητα, αλλά και ως ιδρυτικό μύθο, ως εξήγηση των στερήσεων, αλλά συγχρόνως και ως μηχανισμό συσπείρωσης. Αυτό ακριβώς είχε καταλάβει καλύτερα από όλους ο Φιντέλ: μια μικρή χώρα 90 μίλια από τη Φλόριντα μπορούσε να αποκτήσει παγκόσμια σημασία ακριβώς επειδή τολμούσε να πει «όχι» στην υπερδύναμη.

Ο Φιντέλ έγινε ο Κάστρο όχι μόνο επειδή κέρδισε μια επανάσταση, αλλά επειδή κατάφερε να παρουσιάσει την επιβίωση της Κούβας ως μια διαρκή πράξη ανυπακοής. Εξαντλημένοι πλέον, οι κάτοικοι ζούνε με τα ξέφτια μιας παλιάς φαντασίωσης, που προφανώς δεν είναι επαρκής για να τους κάνει να αντέξουν – όσο και αν οι φιγούρες του Κάστρο και του Τσε δεσπόζουν ακόμα στους τοίχους των τεράστιων κτιρίων γεμίζοντας τους εναπομείναντες οπαδούς της επανάστασης με σθένος.

 

Ο αστός που μετατράπηκε σε επαναστάτη

Γεννημένος το 1926 στο Μπιράν, γιος του εύπορου γαιοκτήμονα Ανχελ Κάστρο, ο Φιντέλ δεν προερχόταν από τη φτώχεια που αργότερα θα γινόταν κεντρικό θέμα της πολιτικής του μυθολογίας. Φοίτησε σε σχολεία Ιησουιτών, σπούδασε Νομικά στην Αβάνα, έπαιζε μπάσκετ και μπέιζμπολ, διάβαζε Χοσέ Μαρτί και αργότερα Μαρξ και Λένιν, αγαπούσε τα καλοραμμένα κοστούμια, το καλό φαγητό και τις μικρές αστικές απολαύσεις.

Στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας βρέθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής βίας, φοιτητικού ακτιβισμού και ριζοσπαστισμού που τον διαμόρφωσε πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε θεωρητική κομμουνιστική κατήχηση.

Παντρεύτηκε τη Μίρτα Ντίας-Μπαλάρτ, από εύπορη οικογένεια με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις, απέκτησε μαζί της τον Φιντέλ Ανχελ, τον περίφημο Φιντελίτο, που αργότερα έγινε πυρηνικός φυσικός, και πέρασε μέρος του γαμήλιου ταξιδιού του στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η σχέση του με την Αμερική ήταν εξαρχής πολύ πιο σύνθετη από το μίσος που αργότερα συμβόλισε: ο νεαρός Φιντέλ αγαπούσε τον αμερικανικό κινηματογράφο, το μπέιζμπολ, τα αυτοκίνητα, ένα μέρος της κουλτούρας της χώρας την οποία θα πολεμούσε πολιτικά σχεδόν σε ολόκληρη τη ζωή του.

Στο δικό του αφήγημα για την εποχή πριν από τη Μονκάδα υπάρχει και εκείνη η υπέροχη λεπτομέρεια με τη Chevrolet που είχε αγοράσει με πίστωση και με την οποία, όπως έλεγε, είχε διανύσει περίπου 50.000 χιλιόμετρα οργανώνοντας το κίνημα, μέχρι που κάηκε λίγο πριν από την επίθεση. Είναι σχεδόν κινηματογραφική εικόνα: πριν από τη γενειάδα, το πούρο και τη χακί στολή, υπήρχε ένας νεαρός δικηγόρος μέσα σε ένα αυτοκίνητο, πεπεισμένος ότι μπορούσε με ελάχιστα μέσα να ανατρέψει μια δικτατορία.

Στις 26 Ιουλίου 1953, η επίθεση στους στρατώνες Μονκάδα στο Σαντιάγο απέτυχε. Πολλοί από τους συντρόφους του σκοτώθηκαν, ο ίδιος συνελήφθη και δικάστηκε, μετατρέποντας όμως ακόμη και την ήττα σε πολιτικό κεφάλαιο με την περίφημη απολογία που έμεινε στην Ιστορία ως «Η Ιστορία θα με αθωώσει».

Φυλακίστηκε και πήρε τελικά αμνηστία το 1955, για να καταφύγει στο Μεξικό, όπου συνάντησε έναν Αργεντινό γιατρό που ονομαζόταν Ερνέστο Γκεβάρα. Τον Δεκέμβριο του 1956, ο Φιντέλ, ο Ραούλ, ο Τσε και οι υπόλοιποι αντάρτες επέστρεψαν στην Κούβα με το «Granma», ένα σκάφος σχεδιασμένο για πολύ λιγότερους επιβάτες από τους 82 άνδρες που στριμώχτηκαν πάνω του.

Η απόβαση εξελίχθηκε σε καταστροφή, οι περισσότεροι σκοτώθηκαν ή συνελήφθησαν και οι ελάχιστοι επιζώντες κατέφυγαν στη Σιέρα Μαέστρα. Εκεί όμως γεννήθηκε ο μύθος των barbudos, των γενειοφόρων ανταρτών, και μαζί του ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά φωτογραφικά σύμβολα του 20ού αιώνα.

Οταν ο Μπατίστα εγκατέλειψε την Κούβα, την 1η Γενάρη του 1959, ο Φιντέλ ήταν μόλις 32 ετών. Λίγες ημέρες αργότερα έμπαινε θριαμβευτής στην Αβάνα και η εικόνα του νεαρού γενειοφόρου επαναστάτη με τη στρατιωτική στολή και το πούρο άρχιζε ήδη να ξεπερνά τα σύνορα της χώρας.

Οι γυναίκες και ο μύθος

Στον μύθο του Κομαντάντε, όμως, η πολιτική εξουσία ενώθηκε από πολύ νωρίς με την προσωπική γοητεία. Οι ιστορίες για τις γυναίκες του Φιντέλ είναι τόσες ώστε χρειάζεται να ξεχωρίσει κανείς προσεκτικά τα γεγονότα από τη μυθολογία, γιατί γύρω από έναν άνθρωπο που έγινε σύμβολο αρρενωπότητας δημιουργήθηκε αναπόφευκτα και μια ολόκληρη βιομηχανία υπερβολής.

Υπήρξε η Μίρτα, η πρώτη σύζυγος και μητέρα του Φιντελίτο, και η Νάτι Ρεβουέλτα, η γυναίκα της υψηλής κοινωνίας της Αβάνας που υποστήριξε την επανάσταση και με την οποία απέκτησε την Αλίνα Φερνάντες, αλλά κυρίως η Σέλια Σάντσες, η θρυλική μορφή της επανάστασης, οργανώτρια του αντάρτικου και μία από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του Φιντέλ μέχρι τον θάνατό της το 1980.

Το ακριβές περιεχόμενο της σχέσης τους εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο βιογραφικής συζήτησης, αλλά η πολιτική και προσωπική εγγύτητα δεν αμφισβητείται. Και φυσικά δεν μπορούμε να λησμονήσουμε τη Μαρτίτα Λόρεντς, τη Γερμανοαμερικανίδα που συνδέθηκε ερωτικά μαζί του και αργότερα περιέγραψε μια ιστορία τόσο εξωφρενική ώστε μοιάζει γραμμένη για κατασκοπικό μυθιστόρημα: στρατολογήθηκε, σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, σε σχέδιο δολοφονίας του, επέστρεψε στην Αβάνα με δηλητηριώδη χάπια, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να σκοτώσει τον άνθρωπο με τον οποίο είχε υπάρξει ερωτευμένη.

Γύρω από τον Φιντέλ δημιουργήθηκαν στη συνέχεια δεκάδες άλλες ερωτικές ιστορίες, κάποιες πραγματικές και άλλες σχεδόν σίγουρα προϊόν του μύθου. Ακόμη και η Τζίνα Λολομπρίτζιτα μπήκε σε αυτή τη μυθολογία, αν και αυτό που τεκμηριώνεται είναι ότι τον φωτογράφισε και του πήρε μια περίφημη συνέντευξη το 1974, όχι οι μεταγενέστερες ιστορίες περί ερωτικής σχέσης.

Η λεπτομέρεια, ωστόσο, έχει σημασία: στα μάτια της διεθνούς ποπ κουλτούρας ο Κάστρο δεν ήταν ένας γκρίζος γραφειοκράτης του κομμουνιστικού κόσμου, αλλά ένα λαϊκό είδωλο και ένας καθαρόαιμος σταρ. Και αυτός ο ερωτικός μύθος δεν είναι άσχετος με την πολιτική: η γενειάδα, το πούρο, η στολή, οι γυναίκες, οι πολύωρες ομιλίες, η σωματική αντοχή, η αίσθηση ενός ανθρώπου που δεν κοιμάται ποτέ και γνωρίζει τα πάντα δημιούργησαν μια μορφή εξουσίας σχεδόν προνεωτερική. Ο ηγέτης δεν εκπροσωπούσε απλώς την επανάσταση, αλλά ήταν ο ίδιος η επανάσταση.

 

Ο Νο1 αντίπαλος της Αμερικής

Η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, τον Απρίλιο του 1961, έκανε τον μύθο του Κάστρο παγκόσμιο όταν η αποτυχημένη απόβαση Κουβανών εξόριστων που υποστηρίχθηκε από τη CIA κατέληξε σε ταπεινωτική ήττα προσφέροντας στον Κουβανό ηγέτη το ιδανικό πολιτικό αφήγημα: ο Δαβίδ είχε νικήσει τον Γολιάθ σχεδόν μπροστά στις ακτές του.

Εναν χρόνο αργότερα, η Κρίση των Πυραύλων έφερε την ανθρωπότητα στο χείλος του πυρηνικού πολέμου. Η εγκατάσταση σοβιετικών πυρηνικών πυραύλων στην Κούβα, η αμερικανική ναυτική «καραντίνα» και η αντιπαράθεση Κένεντι – Χρουστσόφ μετέτρεψαν για δεκατρείς ημέρες το μικρό νησί σε κέντρο του κόσμου.

Η κρίση λύθηκε τελικά μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας, αφήνοντας τον Φιντέλ θυμωμένο επειδή η τύχη της Κούβας είχε ουσιαστικά αποφασιστεί χωρίς την Κούβα. Αλλά από εκείνη τη στιγμή ήταν πλέον αδύνατον να τον αντιμετωπίσει κανείς ως έναν ακόμη Λατινοαμερικανό ηγέτη, αφού είχε καταφέρει να τα βγάλει πέρα με τους πανίσχυρους Αμερικανούς που εποφθαλμιούσαν την καταστροφή του.

Ωστόσο, θα ήταν εξίσου ανιστόρητο να υποστηρίξει κανείς ότι όλα όσα ακολούθησαν υπήρξαν απλώς μια δικτατορία χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο. Η εκστρατεία αλφαβητισμού του 1961 υπήρξε τεράστια, η εκπαίδευση έγινε κεντρικό δικαίωμα, το δημόσιο σύστημα υγείας απέκτησε διεθνή φήμη και η μικρή φτωχή χώρα δημιούργησε μια εντυπωσιακή επιστημονική και ιατρική παράδοση.

Ακόμη και οργανώσεις που έχουν ασκήσει σκληρή κριτική στο καθεστώς αναγνωρίζουν τα επιτεύγματα στην υγεία και στην εκπαίδευση. Μόνο που η κοινωνική απελευθέρωση δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη πολιτική ελευθερία.

Η Κούβα έγινε μονοκομματικό κράτος, η ανεξάρτητη δημοσιογραφία και η οργανωμένη αντιπολίτευση καταπνίγηκαν, αντιφρονούντες φυλακίστηκαν, ενώ οι διώξεις έπληξαν και ανθρώπους που δεν χωρούσαν στους κανονιστικούς νόμους της νέας επαναστατικής κοινωνίας. Και είναι προφανώς παράδοξο η ίδια επανάσταση που έδωσε το δικαίωμα στους φτωχούς πολίτες της Κούβας στη δημόσια υγεία και την παιδεία να μην αναγνωρίζει το δικαίωμα να διατυπώσουν καν τις διαφωνίες με το καθεστώς.

Και όμως, χρησιμοποιώντας το αντι-αμερικανικό αφήγημα μιας χώρας που βάλλεται από παντού, με αυτούς τους οκτάωρους λόγους, ο Κάστρο επέζησε: από διάφορες δολοφονικές απόπειρες, από τον Κένεντι, τον Τζόνσον, τον Νίξον, τον Φορντ, τον Κάρτερ, τον Ρίγκαν, τον Μπους, τον Κλίντον, αλλά και από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και την «Ειδική Περίοδο», όταν η απώλεια της σοβιετικής στήριξης βύθισε την Κούβα σε δραματικές στερήσεις.

Οι Κουβανοί αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, τα καύσιμα εξαφανίζονταν, τα ποδήλατα αντικαθιστούσαν τα αυτοκίνητα και η χώρα μάθαινε για άλλη μία φορά να επιβιώνει με το τίποτε.

 

Από τον Ομπάμα ξανά στον Τραμπ

Το 2006 η ασθένεια ανάγκασε τον Φιντέλ να παραδώσει τις αρμοδιότητές του στον αδελφό του Ραούλ και το 2008 αποχώρησε επισήμως από την προεδρία. Για πρώτη φορά η Κούβα έπρεπε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς εκείνον, κάτι που προφανώς αποδείχθηκε μοιραίο. Και ύστερα ήρθε ο Μπαράκ Ομπάμα.

Το 2014 ΗΠΑ και Κούβα ανακοίνωσαν την έναρξη εξομάλυνσης των σχέσεών τους, άνοιξαν ξανά πρεσβείες και τον Μάρτιο του 2016 ο Ομπάμα έγινε ο πρώτος εν ενεργεία Αμερικανός πρόεδρος που επισκέφθηκε την Κούβα ύστερα από σχεδόν ενενήντα χρόνια.

Μιλώντας στην Αβάνα, αναγνώρισε ανοιχτά ότι η πολιτική απομόνωσης του Ψυχρού Πολέμου δεν είχε λειτουργήσει και ότι το εμπάργκο είχε πληγώσει τους ίδιους τους Κουβανούς. Ο Φιντέλ έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες αργότερα με το σκεπτικό ότι ο κύκλος δεν θα μπορούσε να κλείσει με καλύτερο σενάριο.

Υστερα από δέκα χρόνια, όμως, η Ιστορία έχει γυρίσει ξανά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Αμερική του Τραμπ πιέζει την κυβέρνηση της Αβάνας και ταυτόχρονα συμβαίνει κάτι που ο νεαρός επαναστάτης του 1959 δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί: αμερικανικά καύσιμα φτάνουν, μέσω εξαίρεσης από το εμπάργκο, σε ιδιωτικές κουβανικές επιχειρήσεις, δημιουργώντας μια παράλληλη αγορά μέσα στην ίδια τη χώρα της επανάστασης.

Από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάιο του 2026 υπολογίζεται ότι περίπου 900.000 βαρέλια καυσίμου εξήχθησαν από τις ΗΠΑ προς τον ιδιωτικό τομέα της Κούβας. Η εικόνα θα μπορούσε πραγματικά να βγαίνει από μυθιστόρημα του Παδούρα: η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να πιέσει ενεργειακά το κουβανικό κράτος, ενώ το αμερικανικό καύσιμο τροφοδοτεί ταυτόχρονα μια ιδιωτική αγορά στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού νησιού.

Είναι προφανές ότι αν ο Φιντέλ μπορούσε να δει αυτή την Κούβα, ίσως να δυσκολευόταν να την αναγνωρίσει. Ισως πάλι να αναγνώριζε αμέσως το μόνο πράγμα που παρέμεινε αναλλοίωτο: την Αμερική απέναντι και την Κούβα να παλεύει να επιβιώσει επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Μαρξ ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα.

Μόνο που το 1959 υπήρχε μια νεαρή επανάσταση που πίστευε ότι μπορούσε να δημιουργήσει ένα διαφορετικό μέλλον, ενώ το 2026 υπάρχει μια κουρασμένη κοινωνία που προσπαθεί απελπισμένα να εξασφαλίσει φάρμακα, καύσιμα, τρόφιμα, να αποφασίσει αν θα μείνει ή αν θα φύγει.

Κάποιοι λένε ότι η Κούβα θα αντέξει, αλλά το θέμα είναι ότι υπάρχει κάτι πιο τραγικό από τον ίδιο τον πόλεμο, που είναι η σταδιακή κατάρρευση του τελευταίου κομμουνιστικού οχυρού στον κόσμο με έναν τρόπο σχεδόν ανεπαίσθητο σε όλο τον πλανήτη.

Η ανθρωπιστική βοήθεια που αποδέχτηκε τελικά η Κούβα από τις ΗΠΑ μετά το καταστροφικό πέρασμα του τυφώνα «Μελίσα» αυξήθηκε από τον κουβανικής καταγωγής υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος, σύμφωνα με τα πρόσφατα άρθρα των «New York Times», λέγεται ότι έχει αναλάβει την αμερικανοποίηση του άλλοτε πανίσχυρου κάστρου του Φιντέλ ως προσωπικό στοίχημα. Και ίσως αυτή ακριβώς η βοήθεια να είναι το οριστικό τέλος για την Κούβα, τέτοιο που δεν θα μπορούσε να φανταστεί ούτε ο πιο αμείλικτος εχθρός της.

 

in.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις