Η συζήτηση για τους όρους διαμόρφωσης μιας κυβέρνησης σε αντιδεξιά βάση από την κάλπη της 21ης Μαΐου, γίνεται ερήμην του πιο σημαντικού «συνομιλητή»: Του εκλογικού σώματος.

Πολύς «θόρυβος» γίνεται τα τελευταία 24ωρα σχετικά με το αν από την κάλπη της 21ης Μαΐου θα μπορούσε να προκύψει μια κυβέρνηση δίχως την συμμετοχή του πρώτου κόμματος. Αφορμή αποτέλεσαν οι απαντήσεις του Γιάννη Δραγασάκη και του Ευκλείδη Τσακαλώτου σε – θεωρητικού χαρακτήρα – δημοσιογραφικά ερωτήματα. Αν και το πραγματικό υπόβαθρο αυτού του προβληματισμού βρίσκεται στην αβεβαιότητα για τους μετεκλογικούς συσχετισμούς. Ιδίως από την στιγμή που οι επόμενες εκλογές δεν θα γίνουν με ένα εκλογικό σύστημα ισχυρής αλλοίωσης της βούλησης του εκλογικού σώματος. Επίσης στο ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το εύρος της διαφοράς μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος, που δεν είναι απίθανο να κινείται στα όρια του «στατιστικού λάθους».

Η Ν.Δ προβάλλει το προαναφερθέν ενδεχόμενο ως «πολιτικό σκιάχτρο». Αντίστοιχα ομοφώνως ο ΣΥΡΙΖΑ τονίζει πως οι σχεδιασμοί του για κυβέρνηση συνεργασίας έχουν ως προϋπόθεση την πρωτιά του.

Όμως αυτή η συζήτηση προσπερνά ένα πολύ σημαντικό στοιχείο: Πως τα μετεκλογικά διλήμματα, δεν θα τα θέσουν ούτε οι αρχηγοί των κομμάτων, ούτε πολιτικά στελέχη, ούτε δημοσιογράφοι. Θα τα θέσουν οι πολίτες με την ψήφο τους. Κι ακόμη περισσότερο θα απαιτήσουν πειστικές απαντήσεις.

Η Νέα Δημοκρατία

Η επικοινωνιακή «επένδυση» της Νέας Δημοκρατίας στο ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης από τα κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ως αντιδεξιά, δεν είναι ούτε πρωτόφαντη, ούτε τυχαία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης – θυμίζουμε- ήδη από το βήμα της ΔΕΘ τον περασμένο Σεπτέμβρη είχε χρησιμοποιήσει τον όρο «τερατογέννεση» προκειμένου να περιγράψει μια τέτοια εξέλιξη. Καταδεικνύοντας την πραγματική ανησυχία της Νέας Δημοκρατίας για την επερχόμενη κάλπη, που δεν είναι η «σταθερότητα» και η «ισχυρή κυβέρνηση» που συχνά επικαλείται. Αλλά το να καταδειχθεί πως οι πολιτικές της αποτελούν μειοψηφική επιλογή για την κοινωνία. Επίσης είναι φανερό πως με την συνεχή επίκληση του σεναρίου μιας «συγκυβέρνησης προοδευτικών δυνάμεων» προσπαθεί να δημιουργήσει όρους συσπείρωσης της εκλογικής της βάσης. Έτσι ώστε να «μπαλώσει» το πρόβλημα που ή ίδια έχει δημιουργήσει στον εαυτό της υποβαθμίζοντας τις επερχόμενες εκλογές που θα γίνουν με το σύστημα της αναλογικής κατανομής των εδρών από μία κορυφαία δημοκρατική διαδικασία σε «αναγκαίο κακό».

Προβάλλει παράλληλα τον στόχο της δικής της αυτοδυναμίας που αντικειμενικά απαιτεί δεύτερη συνεχόμενη κάλπη με «ενισχυμένο» εκλογικό σύστημα. Πρόκειται όμως για έναν στόχο έωλο αφού και αυτή η προοπτική φαίνεται να έχει απομακρυνθεί κατά πολύ: Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να μπορεί να επιτύχει τα υψηλά ποσοστά που απαιτούνται. Ενδεικτικό – αν όχι απόδειξη – αυτής της συνθήκης είναι και το ότι ο (μέχρι χθες) κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου, «μασάει τα λόγια» του κάθε φορά που ερωτάται σχετικά με το αν η κυβέρνηση αποκλείει το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας με την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου. Θυμίζουμε μάλιστα πως και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης ουδέποτε έχει διαψεύσει κατηγορηματικά μια τέτοια πιθανότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ

Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ ορθολογικά αναλύει την πιθανή «μετεκλογική αριθμητική». Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρωτιά του στην επερχόμενη κάλπη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον σχηματισμό της προοδευτικής κυβέρνησης που έχει θέσει ως στόχο. Με τον πρόεδρο του, Αλέξη Τσίπρα να «θωρακίζει» αυτή την εκτίμηση με κατηγορηματικές δηλώσεις.

Έτσι προκειμένου η εκλογική νίκη να επιτευχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ αποτάσσεται προεκλογικά την προοπτική της αναζήτησης κυβερνητικής λύσης εφόσον δεν είναι το «πρώτο κόμμα». Στην θέση αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνηγορεί το ότι ένα τέτοιο σενάριο απαιτεί το ΠΑΣΟΚ να πετύχει σχεδόν στο 100% τους δικούς του εκλογικούς στόχους συγκεντρώνοντας ένα ισχυρό διψήφιο ποσοστό. Επίσης τα άλλα κόμματα του ευρύτερου χώρου της αριστεράς όχι μόνον να έχουν σημαντική κοινοβουλευτική παρουσία αλλά και διάθεση κυβερνητικής συνεργασίας. Κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν διαφαίνεται προεκλογικά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης εκτιμά πως αν πρωτεύσει στις εκλογές, τότε αυτόματα η πολιτική πίεση θα «μεταφερθεί» στους δυνητικούς κυβερνητικούς του εταίρους. Δηλαδή κατά κύριο λόγο στο ΠΑΣΟΚ και το Μέρα 25 , πολύ λιγότερο στο ΚΚΕ. Τα κόμματα αυτά – σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις του ΣΥΡΙΖΑ- θα κληθούν να επανακαθορίσουν την στάση τους και τα όσα λένε σήμερα, αφού θα βρεθούν απέναντι στο ερώτημα του αν θα μπει η όχι, άμεσα, τέρμα στην πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Όπως έχει επισημάνει ο Αλέξης Τσίπρας σε περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει πρώτος «ή οποιαδήποτε ηγεσία προοδευτικού κόμματος, αν υπάρχει η δυνατότητα να φτιαχτεί κυβέρνηση προοδευτικής συνεργασίας θα το αρνηθεί για να πάμε σε δεύτερες και τρίτες εκλογές; Θα πάρει αυτό το κόστος;». Το – πολιτικά πολύ ενδιαφέρον – αυτό ερώτημα όμως, αφορά μόνον τα υπόλοιπα κόμματα της αριστεράς ή αφορά και τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ;

Η πιθανότητα

Η πιθανότητα το αποτέλεσμα των εκλογών να δώσει την αριθμητική δυνατότητα σχηματισμού κυβερνητικού σχήματος σε «αντιδεξιά» βάση, δίχως ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι πρώτο κόμμα, δεν είναι μεγάλη. Είναι όμως υπαρκτή. Το πιο σημαντικό είναι πως αν τελικά προκύψει θα είναι αποτέλεσμα της βούλησης των ψηφοφόρων που θα κληθούν να ψηφίσουν με ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά εκλογικά συστήματα των τελευταίων 30 χρόνων και ύστερα από μια προεκλογική περίοδο υψηλής πόλωσης.

Αυτό το πολύ ισχυρό δεδομένο αντιστρέφει αυτόματα το μετεκλογικό ερώτημα που ανακύπτει, σε μία τέτοια περίπτωση, για τα κόμματα του κέντρου και της αριστεράς. Δεν θα είναι το αν επιθυμούν μία τέτοια κυβέρνηση, αλλά το αν μπορούν να την αρνηθούν. Έως στιγμής απάντηση – τεκμηριωμένη, όπως απαιτούν οι συνθήκες – δεν έχει δοθεί από τους πρωταγωνιστές των επικείμενων εξελίξεων.

Γεράσιμος Λιβιτσάνος

news247.gr

EUROKINISSI

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις