Υποκλοπές: Όταν η καχυποψία απέναντι στον εισαγγελέα του Άρειου Πάγου γίνεται βεβαιότητα

Οι υποκλοπές και πάλι στο προσκήνιο με τον εισαγγελέα του Άρειου Πάγου να αρνείται να πάει και να καταθέσει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Άλλη μια κίνηση της Δικαιοσύνης που δυστυχώς παραπέμπει σε συγκάλυψη.

Είναι να αναρωτιέται κανείς για πόσο ακόμα οι ταγοί της Δικαιοσύνης θα βάζουν «τρικλοποδιές» με τη στάση τους στις υποκλοπές. Σ’ ένα θέμα που βρίσκεται στα κορυφαία της επικαιρότητας εδώ και καιρό που έχει ξεπεράσει τα χαρακτηριστικά μιας ακόμη πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι υποκλοπές παραμένουν μια βαθιά θεσμική δοκιμασία για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και κυρίως για τη Δικαιοσύνη. Και όσο περνά ο χρόνος, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι η ηγεσία της ελληνικής Δικαιοσύνης δεν στάθηκε απέναντι σε αυτή την κρίση με την αποφασιστικότητα που απαιτούσε η ιστορική της βαρύτητα.

Από τη διάταξη στην άρνηση

Πριν από λίγο καιρό μια διάταξη του εισαγγελέα του Άρειου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα με την οποία αρχειοθετούσε τις υποκλοπές, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων του το αίτημα του μονομελούς πλημμελειοδικείου, προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων. Για πρώτη φορά απέναντι στο πρόσωπο του εισαγγελέα του Άρειου Πάγου συγκεντρώθηκαν τόσες βολές, από συνταγματολόγους, εκπρόσωπους του νομικού κόσμου, την ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων κλπ. Ήταν μια σκανδαλώδης διάταξη που έδειχνε ξεκάθαρα πως η βούληση του κ. Τζαβέλλα ήταν η μη διερεύνηση της υπόθεσης.

Ακόμη πιο σκανδαλώδες ήταν το γεγονός πως ο κ. Τζαβέλλας δεν κράτησε κανένα πρόσχημα. Αποφάνθηκε για μια υπόθεση στην οποία είχε ενεργή εμπλοκή ως εποπτεύων εισαγγελέας της ΕΥΠ πριν κάποια χρόνια. Και όπως αποκάλυψε το in είχε υπογράψει 11 εντολές παρακολούθησης κατά την επίμαχη περίοδο, με κάποιους εκ των στόχων να έχουν βρεθεί και στο έλεος των χειριστών του Predator.

Έτσι, μόνο ως κερασάκι στην τούρτα της συγκάλυψης μπορεί να θεωρηθεί η στάση του, να μην βρεθεί στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας και να υποβληθεί στη βάσανο των ερωτήσεων των εκλεγμένων από τον ελληνικό λαό βουλευτών.

Οι πληγές

Υπενθυμίζεται ότι το σκεπτικό του κ. Τζαβέλλα ήταν ότι δεν προέκυψαν «νέα στοιχεία» ικανά να δικαιολογήσουν επανεξέταση της υπόθεσης. Όμως για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Διότι η εικόνα που παγιώνεται είναι ότι σε μια υπόθεση όπου αποκαλύφθηκαν παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων, ακόμη και κρατικών αξιωματούχων, η ανώτατη εισαγγελική αρχή εμφανίστηκε περισσότερο πρόθυμη να κλείσει φακέλους παρά να ανοίξει πληγές εξουσίας.

Το ερώτημα είναι αν ο κ. Τζαβέλλας θεωρεί πως μπορεί να λειτουργεί ανεξέλεγκτα, εργαλειοποιώντας τα περί διάκρισης εξουσιών. Αν μπορεί να αποφασίζει πως ο ελεγχόμενος μπορεί να αποφασίζει να μην ελεγχθεί χρησιμοποιώντας το επιχείρημα της «ανεξαρτησίας» της δικαιοσύνης. Και βέβαια κάποια στιγμή πρέπει η κοινωνία να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα, «ποιος μας φυλάει από τους φύλακες».

 

Η στάση αυτή για τις υποκλοπές δεν θα είχε ίσως τόσο βαρύ αποτύπωμα αν δεν συνοδευόταν από μια συνολική αίσθηση αδράνειας και θεσμικής αμηχανίας από την κορυφή της Δικαιοσύνης που καταγράφεται εδώ και πολύ καιρό, από την πρώτη στιγμή διερεύνησης της υπόθεσης.

Αντί για μια επιθετική αναζήτηση ευθυνών, η κοινή γνώμη παρακολούθησε μια αλληλουχία αποφάσεων που έμοιαζαν να οδηγούν διαρκώς προς εκτόνωση της υπόθεσης. Και κάθε νέα αρχειοθέτηση λειτουργούσε σαν επιβεβαίωση της υποψίας ότι το σύστημα προτιμά να προστατεύει τον εαυτό του παρά να συγκρούεται με την εξουσία. Το είδαμε να συμβαίνει έντονα, τόσο επί θητείας του κ. Ντογιάκου, όσο και επί των ημερών της κας Αδειλίνη, αλλά και της έρευνας του κ. Ζήση.

Δυσπιστία

Η δυσπιστία απέναντι στη Δικαιοσύνη αποτυπώνεται πλέον ανοιχτά και στον δημόσιο διάλογο. Σε κοινωνικά δίκτυα και πολιτικές παρεμβάσεις, η απόφαση να παραμείνει η υπόθεση στο αρχείο χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «δεύτερο μπάζωμα» της υπόθεσης των υποκλοπών, με ευθείες αιχμές για προσπάθεια συγκάλυψης.

 

Για πολλούς πολίτες, αυτή η στάση ερμηνεύεται όχι ως θεσμική αυτοπροστασία της Δικαιοσύνης αλλά ως αποφυγή δημόσιας λογοδοσίας σε μια υπόθεση που έχει τραυματίσει βαθιά την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μια μεμονωμένη απόφαση. Είναι η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται. Όταν μια κοινωνία αρχίζει να πιστεύει ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά —αυστηρή με τους αδύναμους και προσεκτική με τους ισχυρούς— τότε η δημοκρατία εισέρχεται σε επικίνδυνη ζώνη φθοράς.

Ανησυχίες

Νομικοί κύκλοι μιλώντας στο in εξέφραζαν σοβαρές ανησυχίες για το τι συμβαίνει στα ανώτερα κλιμάκια της δικαιοσύνης, θέτοντας μάλιστα έως και ζήτημα «διάβρωσης». Αυτό που επίσης προβληματίζει είναι ότι παγιώνεται μια δυστοπική «κανονικότητα» που χαρακτηρίζεται από απουσία ελέγχου. Το γεγονός δηλαδή ότι ο εισαγγελέας του Άρειου Πάγου βγάζει μια εκκωφαντικά προβληματική διάταξη και την ίδια ώρα αρνείται να βρεθεί στο ναό της Δημοκρατίας, ενώπιον του ελληνικού λαού.

Τελικά, στις μεγάλες δημοκρατικές κρίσεις, η ουσία δεν είναι μόνο τι αποφασίζει η Δικαιοσύνη. Είναι και αν η κοινωνία πιστεύει ότι είχε πραγματικά τη βούληση να συγκρουστεί με την εξουσία. Και στην Ελλάδα που θριαμβεύουν οι υποκλοπές, αυτή η πίστη έχει τραυματιστεί βαθιά.

Δημήτρης Τερζής

in.gr

 

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Αν σας άρεσε το άρθρο

Κάνετε Like