Σε παρουσίαση βιβλίου για τις υποκλοπές πρώην ανώτατοι θεσμικοί παράγοντες έθεσαν ζητήματα δημοκρατίας, Δικαιοσύνης και ιδιωτικότητας, προειδοποιώντας για κανονικοποίηση παρακολουθήσεων και θεσμική κρίση.
Η αίθουσα του πρώτου ορόφου του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου το απόγευμα της Τετάρτης ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Μια παρουσίαση βιβλίου κι ένα πάνελ που υποσχόταν συγκινήσεις για ένα τόσο καίριο θέμα όπως οι υποκλοπές. Κι αυτό επειδή για πολλούς εκεί έξω, οι υποκλοπές παραμένουν μείζον θέμα Δημοκρατίας, σε αντίθεση με την κυβέρνηση που κάνει ό,τι μπορεί για να θάψει το σκάνδαλο και τις προεκτάσεις του. Κάτι που δυστυχώς συμβαίνει με τη «βοήθεια» συγκεκριμένων προσώπων της Δικαιοσύνης. Κι αυτό δεν είναι άποψη. Είναι μια σειρά συμβάντων που έχουν λάβει χώρα τόσο κατά τη διάρκεια διερεύνησης του σκανδάλου, όσο και μετά (ειδικά απ’ την πλευρά του Άρειου Πάγου) που έχουν προκαλέσει πολύ σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο της Δικαιοσύνης στην υπόθεση.
Αρνήσεις
Απ’ την άλλη, η συζήτηση ήταν επίκαιρη, ειδικά απ’ τη στιγμή που η πλευρά του Ταλ Ντίλιαν «βομβαρδίζει» κάθε εβδομάδα τα μέσα ενημέρωσης με αποκαλύψεις -δείχνοντας ως ηθικό αυτουργό της υπόθεσης το ίδιο το Μαξίμου – και την ίδια ώρα η κυβέρνηση επιχειρεί με κάθε τρόπο να σαμποτάρει την οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση. Κάπως έτσι αρνήθηκε τη σύσταση νέας εξεταστικής, ενώ την ίδια ώρα, φαίνεται πως επεξεργάζεται τρόπους ώστε να μην κληθεί ούτε ο Ταλ Ντίλιαν, αλλά ούτε και ο Γρηγόρης Δημητριάδης, στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ένα απ’ τα βασικά επιχειρήματα της κυβερνητικής γραμμής ώστε να μη συσταθεί εκ νέου εξεταστική για τις υποκλοπές, ήταν η επίκληση του απορρήτου και της εθνικής ασφάλειας. Υπό αυτό το πρίσμα ξαναρχόμαστε στην οδό Ακαδημίας 18, στον πρώτο όροφο του Επιμελητηρίου.
Το βιβλίο λοιπόν ήταν η αφορμή. Το πόνημα «Επικοινωνιακό απόρρητο και Εθνική Ασφάλεια» της Κατερίνας Παπανικολάου, νομικού και πρώην μέλους της ΑΔΑΕ στο πλευρό του Χρήστου Ράμμου. Ο τίτλος παραπέμπει ευθέως στο κυβερνητικό επιχείρημα. Για το βιβλίο λοιπόν, αλλά και για τις υποκλοπές μίλησαν μεταξύ άλλων ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, ο πρώην αρχηγός του ΠΑΣΟΚ και συνταγματολόγος, Ευάγγελος Βενιζέλος, ο πρώην επικεφαλής της ΑΔΑΕ, Χρήστος Ράμμος, όπως και ο πρώην επικεφαλής της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Κωνσταντίνος Μενουδάκος.
Κατά ριπάς
Οι ομιλίες κάποιων απ’ τους συμμετέχοντες ήταν καταπέλτες. Έβαλαν κατά ριπάς. Πρώτος όλων ο Προκόπης Παυλόπουλος που αναφέρθηκε στις υποκλοπές και στο σκάνδαλο, το οποίο και χαρακτήρισε «τραύμα στα στήθη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και χαίνουσα πληγή στην καρδιά του κράτους δικαίου». Από κοντά και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος υποστήριξε ότι η «θεσμική κρίση που έχει παραχθεί από την υπόθεση των υποκλοπών είναι τεραστίων διαστάσεων, είναι δηλαδή διαστάσεων σχεδόν γενετικών για αυτό που λέγεται Σύνταγμα και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εθνικό, σε ενωσιακό και σε διεθνές επίπεδο».
Καίρια ήταν η παρέμβαση του κ. Μενουδάκου, ο οποίος λόγω θέσης, ασχολήθηκε σε μεγάλο βαθμό με τις υποκλοπές, την ΕΥΠ, την Intellexa, τις νόμιμες και τις παράνομες παρακολουθήσεις. Και ήταν καίρια γιατί προέβη σε μια απίστευτα ανησυχητική, πλην βάσιμη διαπίστωση: τον κίνδυνο να θεωρηθούν οι παρακολουθήσεις και η χρήση κακόβουλων λογισμικών ως κάτι φυσιολογικό και αναμενόμενο σε μια κοινωνία. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, η διαδικασία κανονικοποίησης των παρακολουθήσεων συνιστά μία από τις μεγαλύτερες απειλές για το μέλλον της ιδιωτικότητας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου.
Το ταμπού της ασφάλειας
Στο ίδιο πνεύμα ήταν και η τοποθέτηση του Χρήστου Ράμμου, πρώην προέδρου της ΑΔΑΕ, ο οποίος συνεργάστηκε στενά με τη συγγραφέα στην Αρχή, όπως επίσης και στη διερεύνηση για τις υποκλοπές. Αρχικά υπενθύμισε ότι «η εσπευσμένη αλλαγή της σύνθεσης της ΑΔΑΕ χωρίς την απαιτούμενη συνταγματική πλειοψηφία έγινε για να μην μπορέσει να συνεχιστεί η επιβολή προστίμου εις βάρος της ΕΥΠ». Υπενθυμίζεται ότι λίγες μέρες αργότερα η τότε εισαγγελέας του Άρειου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη έπαιρνε την υπόθεση από τους εισαγγελείς πρωτοδικών και την έδινε στον κ. Αχιλλέα Ζήση.
Κατά τα λοιπά ο κ. Ράμμος τόνισε πως «η έμφαση στο απόρρητο από τους κυβερνώντες έχει υποβαθμίσει την έννοια της προστασίας της ιδιωτικότητας», προσθέτοντας πως «στην Ελλάδα υπάρχει το ταμπού της εθνικής ασφάλειας». Συμπλήρωσε βέβαια ότι δεν υποστηρίζει πως δεν υπάρχουν πραγματικά ζητήματα ασφάλειας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ κάτι τέτοιο». Ωστόσο, τόνισε ότι «η έμφαση που δίνεται συνεχώς από τους κυβερνώντες καλλιεργεί τον φόβο» και ότι «ο φόβος είναι ένα συναίσθημα στο οποίο είμαστε όλοι πολύ ευάλωτοι».
Ανάμεσα στα όσα είπε ο κ. Ράμμος ξεχώρισε και το προφανές. Ότι το άρθρο 19 του Συντάγματος για απόρρητο των επικοινωνιών και την προστασία της ιδιωτικότητας είναι απολύτως απαραβίαστο. «Μπορεί εφ’ όρου ζωής κάποιοι άνθρωποι να εκβιάζονται. Γι’ αυτό είναι σημαντική η διαφύλαξή του», συμπλήρωσε με νόημα.
Φεύγοντας, άκουγες κόσμο να μένει εντυπωσιασμένος απ’ τις τοποθετήσεις, αλλά κι έναν παριστάμενο να λέει στον διπλανό του. «Όλοι αριστεροί και δημοκράτες μάς βγήκας. Αν δεν υπήρχαν οι παρακολουθήσεις δεν θα είχαμε τα αποτελέσματα του ΟΠΕΚΕΠΕ». Εκεί αντιλαμβάνεται κάποιος γιατί η τοποθέτηση του κ. Μενουδάκου ήταν εξαιρετικά καίρια. και έχει να κάνει με τον κίνδυνο μιθριδατισμού μιας κοινωνίας και της ανικανότητάς της να αντιδρά στα προφανή – εν προκειμένω στην κατάχρηση εξουσίας.
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις





















































