⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google

Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.

➕ Προσθήκη στη Google

Η επικείμενη ελληνική NAVTEX για τις έρευνες του καλωδίου Ελλάδας – Κύπρου μπορεί να εξελιχθεί σε μια από τις πιο κρίσιμες δοκιμασίες των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η Άγκυρα αμφισβητεί τη δικαιοδοσία της Αθήνας, οι στρατιωτικές δραστηριότητες στην περιοχή πυκνώνουν και το περιθώριο λανθασμένων υπολογισμών περιορίζεται.

Από την κρίση των πυραύλων της Κούβας μέχρι τα Ίμια, η ιστορία διδάσκει ότι η αποτροπή δεν κρίνεται μόνο από τη δύναμη των όπλων, αλλά και από την ποιότητα των αποφάσεων. Έχει η Ελλάδα σαφείς και δοκιμασμένους κανόνες εμπλοκής για το ενδεχόμενο μιας κρίσης γύρω από το GSI;

Οι δεκατρείς ημέρες που άλλαξαν τον κόσμο και το «μήνυμα» για το Αιγαίο.

Στην ταινία Thirteen Days, που αναπαριστά την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εφιάλτη: κάθε κίνηση μπορεί να εκληφθεί ως πρόκληση, κάθε υποχώρηση ως αδυναμία και κάθε καθυστέρηση ως πρόσκληση για την επόμενη επικίνδυνη ενέργεια.

Ο πρόεδρος Κένεντι και οι συνεργάτες του δεν καλούνται απλώς να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τη σοβιετική εγκατάσταση πυρηνικών πυραύλων στην Κούβα, αλλά να βρουν έναν τρόπο να αποτρέψουν τον αντίπαλο, χωρίς να τον οδηγήσουν σε μια σύγκρουση από την οποία κανείς δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί την έξοδο. Η πραγματική κρίση διήρκεσε δεκατρείς ημέρες, από τον εντοπισμό των σοβιετικών πυραυλικών εγκαταστάσεων έως τη συμφωνία αποκλιμάκωσης. Στις 22 Οκτωβρίου 1962, ο Κένεντι ανακοίνωσε τη ναυτική «καραντίνα» της Κούβας, σε έναν προσεκτικά επιλεγμένο όρο αντί του «αποκλεισμού», που θα παρέπεμπε ευθέως σε κατάσταση πολέμου. Παράλληλα, διατηρούσε ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τη Μόσχα.

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Το Αιγαίο δεν είναι η Καραϊβική, η Τουρκία δεν είναι η Σοβιετική Ένωση του 1962 και μια NAVTEX δεν ισοδυναμεί με πυρηνική αντιπαράθεση. Υπάρχει, ωστόσο, ένα κοινό μάθημα: μια κρίση μπορεί να ξεφύγει όχι μόνο επειδή κάποιος επιδιώκει τον πόλεμο, αλλά και επειδή οι αντίπαλοι δεν καταλαβαίνουν εγκαίρως πού τελειώνει η αποφασιστικότητα και πού αρχίζει η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα για την Ελλάδα τις επόμενες ημέρες.

Η αναμενόμενη έκδοση ελληνικής NAVTEX για την επανέναρξη των ερευνών βυθού του Great Sea Interconnector, της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, δεν θα είναι απλώς μια ναυτική ανακοίνωση. Θα αποτελέσει ένα ακόμη βήμα στην έμπρακτη διεκδίκηση της ελληνικής θέσης, σε μια περιοχή όπου η Τουρκία προβάλλει ανταγωνιστικές αξιώσεις. Και το ερώτημα που πρέπει να απασχολεί την Αθήνα δεν είναι μόνο τι θα γράφει η NAVTEX, αλλά το τι θα συμβεί μετά και πώς θα το χειριστεί η χώρα μας.

Η NAVTEX ως πολιτική και επιχειρησιακή δοκιμασία

Σύμφωνα με τις δημόσιες πληροφορίες, η Ελλάδα προετοιμάζει την έκδοση NAVTEX για τις έρευνες που απαιτούνται για την πρόοδο του GSI. Η τουρκική πλευρά αναμένεται να ενημερωθεί, χωρίς η Αθήνα να ζητήσει άδεια από την Άγκυρα για δραστηριότητες τις οποίες θεωρεί ότι μπορεί να εγκρίνει η ίδια στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.

Το ζήτημα βρίσκεται ήδη σε τροχιά έντασης. Στις 15 Οκτωβρίου, το Reuters μετέδωσε ότι είχε υποβληθεί αίτημα για την επανέναρξη των ερευνών βυθού, με την έναρξη των εργασιών να εξαρτάται από τις απαιτούμενες ελληνικές εγκρίσεις. Στις 16 Οκτωβρίου, η Τουρκία εξέδωσε ανταγωνιστικές ναυτικές αναγγελίες, αμφισβητώντας την αρμοδιότητα των ελληνικών και κυπριακών αρχών σε περιοχές που θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της δικαιοδοσία.

Η αντιπαράθεση έχει συγκεκριμένη σημασία. Η NAVTEX είναι σύστημα ενημέρωσης των ναυτιλλομένων. Δεν αποτελεί από μόνη της τίτλο κυριαρχίας ούτε επιλύει μια διαφορά θαλάσσιας δικαιοδοσίας. Όταν, όμως, δύο κράτη εκδίδουν ανταγωνιστικές αναγγελίες για την ίδια ευρύτερη περιοχή, η διαφωνία αποκτά πρακτική διάσταση: ποιος θεωρεί ότι έχει την αρμοδιότητα να ενημερώνει τα πλοία, ποιος εγκρίνει τις εργασίες και ποιος θα επιχειρήσει να επιβάλει στην πράξη τη δική του ερμηνεία.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε τουρκική αντίδραση ως αυτόματη αιτία αναβολής των σχεδιασμών της, αλλά, όπως επισημαίνουν διπλωμάτες με πείρα, δεν θα πρέπει να θεωρεί ότι η έκδοση μιας NAVTEX αρκεί για να εξασφαλίσει την ομαλή εκτέλεση των εργασιών. Ανάμεσα στη νομική θέση και στην εφαρμογή της στο πεδίο υπάρχει μια κρίσιμη απόσταση. Αυτή καλείται να διαχειριστεί η κυβέρνηση.

Η επανέναρξη των ερευνών μπορεί να προχωρήσει χωρίς σοβαρό επεισόδιο. Μπορεί επίσης να συνοδευτεί από ανταγωνιστικές αναγγελίες, αυξημένη στρατιωτική παρουσία και διπλωματική ένταση. Το ζητούμενο είναι η Αθήνα να μην αναγκαστεί να σχεδιάσει την αντίδρασή της αφού εμφανιστεί το πρόβλημα, αλλά να είναι έτοιμη από πριν, εφόσον θεωρεί ότι το καλώδιο είναι ένα τόσο σημαντικό project, ώστε να δαπανήσει όλο το διπλωματικό και αμυντικό της κεφάλαιο.

Πώς μπορεί να κλιμακωθεί η κρίση

Η Τουρκία δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει όπλα για να αυξήσει το κόστος του έργου. Μπορεί να επιδιώξει να καταστήσει τις έρευνες επιχειρησιακά δύσκολες, πολιτικά δαπανηρές και εμπορικά αβέβαιες.

Το πρώτο επίπεδο είναι η νομική και διπλωματική αμφισβήτηση. Η έκδοση ανταγωνιστικών NAVTEX, οι επίσημες διαμαρτυρίες και οι ανακοινώσεις περί τουρκικής δικαιοδοσίας μπορούν να δημιουργήσουν κλίμα αβεβαιότητας, ακόμη και χωρίς φυσική παρεμπόδιση.

Το δεύτερο είναι η αυξημένη στρατιωτική παρουσία. Η εμφάνιση τουρκικών πλοίων στην ευρύτερη περιοχή, η στενή παρακολούθηση των εργασιών και κινήσεις που δημιουργούν πίεση στο ερευνητικό σκάφος θα μπορούσαν να μεταφέρουν τη διαφωνία από τις ανακοινώσεις στη θάλασσα.

Το τρίτο είναι η δημιουργία συνθηκών αυξημένου κινδύνου. Όταν στρατιωτικά και πολιτικά πλοία επιχειρούν στην ίδια περιοχή, η πιθανότητα επικίνδυνης προσέγγισης, λανθασμένης εκτίμησης ή περιστατικού που απαιτεί άμεση αντίδραση μεγαλώνει. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παρουσία πολεμικού πλοίου συνιστά απειλή ή ότι κάθε παρενόχληση οδηγεί αναπόφευκτα σε σύγκρουση.

Το τέταρτο είναι ένα σοβαρό επεισόδιο. Σε αυτό το ενδεχόμενο, οι αποφάσεις θα πρέπει να έχουν ληφθεί πριν ολοκληρωθεί η πολιτική αξιολόγηση όλων των διαθέσιμων πληροφοριών. Εάν υπάρξει μεγάλη στρατιωτική εμπλοκή, κανείς δεν μπορεί να έχει προϋπολογίσει κινήσεις και συνέπειες.

Και για τον λόγο αυτό, όπως σημειώνουν σοβαροί στρατιωτικοί αναλυτές (και όχι διάφοροι «μαϊντανοί» των πρωινάδικων), η κυβέρνηση οφείλει να έχει ξεκαθαρίσει ποιος συντονίζει τις αρμόδιες υπηρεσίες, ποιος αξιολογεί μια νέα απειλή, ποιος ενημερώνει την πολιτική ηγεσία και ποιος έχει την εξουσία να λάβει τις απαιτούμενες αποφάσεις. Δηλαδή, να υπάρχει σχέδιο δράσης και οριοθετημένοι κανόνες εμπλοκής.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες εμπλοκής;

Οι κανόνες εμπλοκής (Rules of Engagement ή ROE) καθορίζουν τις εξουσιοδοτήσεις και τους περιορισμούς που διέπουν τη δράση στρατιωτικών δυνάμεων. Καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να ενεργούν, τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τη χρήση βίας και τις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται έγκριση ανώτερου επιπέδου. Με δυο λόγια απλά, ποιος θα κάνει τι και πώς, σε περίπτωση αντιπαράθεσης με στρατιωτικά μέσα.

Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα έχει ήδη διαμορφώσει ένα σαφές, εγκεκριμένο και επικαιροποιημένο πλαίσιο κανόνων εμπλοκής για τις πιθανές εξελίξεις γύρω από το GSI. Μια και οι επιχειρησιακές διαταγές είναι διαβαθμισμένες, δεν θα υπάρξει επίσημη ενημέρωση που να μπορεί να επιβεβαιώσει αν υπάρχει ειδικό πακέτο ROE για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όμως, κυβερνητικά στελέχη τις τελευταίες ημέρες αφήνουν να εννοηθεί ότι υπάρχουν.

Τα Ίμια: το μάθημα δεν είναι «να αντιδράς πάντα σκληρότερα»

Η κρίση των Ιμίων του Ιανουαρίου 1996 παραμένει το αναπόφευκτο σημείο αναφοράς για κάθε συζήτηση περί ελληνοτουρκικής στρατιωτικής κρίσης. Οι αναλύσεις της κρίσης των Ιμίων έχουν αναδείξει προβλήματα στην επιβεβαίωση κρίσιμων πληροφοριών και στη διαχείριση της κατάστασης. Οι μεταγενέστερες δημόσιες αναφορές στους κανόνες εμπλοκής έχουν επίσης παρουσιάσει διαφορετικές εκδοχές για το τι είχε δοθεί γραπτώς και ποιες οδηγίες είχαν φτάσει στις δυνάμεις που βρίσκονταν στην περιοχή.

Αυτή η διαφοροποίηση είναι από μόνη της λόγος να αποφεύγονται οι εύκολες διαπιστώσεις ότι «δεν υπήρχαν καθόλου κανόνες εμπλοκής». Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν εκδόθηκε κάποια διαταγή σε ένα ανώτερο επίπεδο. Είναι αν οι οδηγίες ήταν σαφείς, αν έφτασαν εγκαίρως στους αποδέκτες τους και αν οι αρμόδιοι γνώριζαν ποιος μπορούσε να αποφασίσει όταν η κατάσταση άλλαζε.

Σε μια κρίση, η ασάφεια μπορεί να έχει δύο αντίθετες αλλά εξίσου επικίνδυνες συνέπειες. Η πρώτη είναι η αδράνεια: ο τοπικός διοικητής δεν είναι βέβαιος αν έχει εξουσιοδότηση να αντιδράσει και καθυστερεί, περιμένοντας οδηγίες από ανώτερο επίπεδο. Η δεύτερη είναι η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση: μια ενέργεια πραγματοποιείται χωρίς να έχει αξιολογηθεί επαρκώς η επίδρασή της στη συνολική πολιτική διαχείριση της κρίσης.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι κανόνες εμπλοκής δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια τυπική στρατιωτική διαδικασία. Είναι ένα εργαλείο που βοηθά να παραμένει η αντίδραση συνεπής, νόμιμη και υπό πολιτικό έλεγχο. Τα Ίμια δεν διδάσκουν ότι η Ελλάδα πρέπει πάντοτε να ενεργεί πιο επιθετικά. Διδάσκουν ότι πρέπει να γνωρίζει εγκαίρως τι θέλει να πετύχει, ποια μέσα διαθέτει και ποια ακριβώς εξουσία έχει δοθεί σε εκείνους που θα κληθούν να ενεργήσουν.

Γιατί η κρίση της Κούβας έχει νόημα και σήμερα

Το Thirteen Days δεν είναι εγχειρίδιο στρατιωτικών κανόνων εμπλοκής. Η αξία του για τη σημερινή συζήτηση βρίσκεται αλλού: δείχνει πόσο σημαντικό είναι να μη συγχέεται η αποφασιστικότητα με την ανάγκη για άμεση, θεαματική αντίδραση.

Ο Κένεντι βρέθηκε αντιμέτωπος με ισχυρές πιέσεις για στρατιωτική δράση. Επέλεξε μια διαφορετική προσέγγιση, συνδυάζοντας στρατιωτική πίεση, πολιτική διαχείριση και επικοινωνία με τη σοβιετική ηγεσία. Η κρίση αποκλιμακώθηκε μέσα από έναν συνδυασμό αποφάσεων και διαπραγματεύσεων, όχι επειδή ο κίνδυνος ήταν μικρός, αλλά επειδή οι συνέπειες μιας λανθασμένης κίνησης ήταν τεράστιες.

Η αναλογία με το Αιγαίο έχει διαφορετικά όρια, αλλά το δίδαγμα παραμένει χρήσιμο. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να είναι σε θέση να υπερασπιστεί τη θέση της χώρας, χωρίς να παρασύρεται από τη λογική της ανταπόδοσης για την ανταπόδοση. Πρέπει να διατηρεί αξιόπιστη αποτροπή, αλλά και να διαθέτει σαφείς διαδικασίες για το πότε και πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει μετά τη NAVTEX

Η επικείμενη ελληνική NAVTEX θα αποτελέσει μια σημαντική στιγμή για το GSI και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δεν σημαίνει από μόνη της ότι επίκειται στρατιωτική σύγκρουση. Αυτό το αντιλαμβάνεται αντιστοίχως και η Τουρκία. Σημαίνει, όμως, ότι η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να μεταφερθεί σε ένα πεδίο όπου οι κινήσεις, οι αντιδράσεις και οι αποφάσεις αποκτούν άμεσες συνέπειες.

Το πραγματικό τεστ δεν είναι μόνο αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα εκδώσει τη NAVTEX. Είναι αν έχει προετοιμάσει την επόμενη ημέρα: τις αποφάσεις, τις αρμοδιότητες, τις διαδικασίες και τις πολιτικές επιλογές που μπορεί να χρειαστούν όταν η κατάσταση δεν εξελιχθεί σύμφωνα με το σχέδιο.

Στην κρίση της Κούβας, ο κόσμος βρέθηκε κοντά σε μια καταστροφή επειδή η στρατιωτική αντιπαράθεση άφηνε ελάχιστο περιθώριο για λάθος. Στο Αιγαίο, οι κίνδυνοι είναι διαφορετικοί, αλλά η ανάγκη για ψυχραιμία, σαφείς αποφάσεις και αξιόπιστη αποτροπή παραμένει.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να δημοσιοποιήσει τους κανόνες εμπλοκής της. Χρειάζεται, όμως, να είναι βέβαιο ότι τους έχει διαμορφώσει, ότι είναι συμβατοί με το εφαρμοστέο δίκαιο και ότι οι αρμόδιοι γνωρίζουν ποιος αποφασίζει όταν τα γεγονότα τρέχουν γρηγορότερα από τη διπλωματία.

 

topontiki.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις