Στήριξη σε δανειολήπτες που παραμένουν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους προβλέπει η νέα ρύθμιση της κυβέρνησης για τα στεγαστικά δάνεια του νόμου Κατσέλη, καθώς φέρνει χαμηλότερες δόσεις και λιγότερους τόκους. Ωστόσο, πίσω από την ευνοϊκή αυτή εικόνα κρύβεται μια δυσάρεστη: χιλιάδες πολίτες που τα προηγούμενα χρόνια δεν άντεξαν το βάρος της κρίσης, έχασαν τη ρύθμιση ή τη δικαστική προστασία της πρώτης κατοικίας τους, μένουν εκτός των νέων ευεργετημάτων. Έτσι, ενώ μια μερίδα οφειλετών βλέπει τις υποχρεώσεις της να μειώνονται, όσοι βρέθηκαν σε οικονομικό αδιέξοδο λόγω ανεργίας, μειωμένων εισοδημάτων και ακρίβειας δεν θα έχουν κανένα όφελος από τη νέα παρέμβαση, γεγονός που ήδη προκαλεί αντιδράσεις και συζητήσεις για άνιση μεταχείριση δανειοληπτών.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να κλείσει τη συζήτηση που άνοιξε μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια του νόμου Κατσέλη, υιοθετώντας την πιο ευνοϊκή ερμηνεία, αλλά μόνον για όσους μπόρεσαν να εξυπηρετούν τις ρυθμίσεις τους. Για τους δανειολήπτες αυτούς προβλέπονται χαμηλότερες δόσεις, περιορισμός των τόκων και αναγνώριση των επιπλέον ποσών που έχουν ήδη καταβάλει ως αποπληρωμή κεφαλαίου.
Τα παραδείγματα
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός δανειολήπτη που εντάχθηκε στον νόμο Κατσέλη το 2015 και κατέβαλε ανελλιπώς τη δόση που είχε ορίσει το δικαστήριο επί δέκα χρόνια. Με τη νέα ρύθμιση θα δει το υπόλοιπο του δανείου του να μειώνεται, καθώς οι επιπλέον τόκοι που πλήρωσε θα αφαιρεθούν από το κεφάλαιο της οφειλής του. Αντίθετα, ένας άλλος δανειολήπτης με ακριβώς τα ίδια οικονομικά χαρακτηριστικά, ο οποίος έχασε τη δουλειά του το 2020 και αδυνατούσε να συνεχίσει να πληρώνει, με αποτέλεσμα να εκπέσει από τη ρύθμιση, δεν θα λάβει καμία αντίστοιχη ελάφρυνση. Παρότι επιβαρύνθηκε από τον ίδιο ακριβώς μηχανισμό υπολογισμού των τόκων, αποκλείεται πλήρως από τα νέα οφέλη.
Ακόμη πιο έντονο είναι το αίσθημα αδικίας για οικογένειες που επλήγησαν από διαδοχικές οικονομικές κρίσεις. Πολλοί δανειολήπτες κατάφεραν να διατηρήσουν τις ρυθμίσεις τους στα πρώτα χρόνια της κρίσης, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με νέα οικονομικά αδιέξοδα κατά την περίοδο της πανδημίας ή μετά το κύμα ακρίβειας που ακολούθησε. Σε αρκετές περιπτώσεις, η απώλεια της ρύθμισης δεν οφειλόταν σε στρατηγική αθέτηση υποχρεώσεων, αλλά σε αντικειμενική αδυναμία πληρωμής. Παρ’ όλα αυτά, η νέα νομοθετική παρέμβαση δεν προβλέπει καμία ειδική μέριμνα για αυτές τις περιπτώσεις.
Οι επικριτές της ρύθμισης επισημαίνουν ότι η διάκριση ανάμεσα στους «συνεπείς» και στους «εκτός ρύθμισης» αγνοεί τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες χιλιάδες νοικοκυριά έχασαν την προστασία τους. Υποστηρίζουν ότι η οικονομική κρίση, η ανεργία και οι δραματικές μειώσεις μισθών δεν έπληξαν όλους με τον ίδιο τρόπο. Ως εκ τούτου, η διαφορετική μεταχείριση δανειοληπτών που επηρεάστηκαν από την ίδια νομική ερμηνεία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι μια ευρύτερη αναδρομική εφαρμογή της απόφασης θα δημιουργούσε σημαντικές δημοσιονομικές και χρηματοπιστωτικές επιβαρύνσεις. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το συνολικό κόστος της παρέμβασης υπερβαίνει ήδη τα 700 εκατ. ευρώ και θα κατανεμηθεί μεταξύ τραπεζών, εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής». Η επέκταση των ευεργετημάτων σε όλους όσοι επηρεάστηκαν από τον συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού των τόκων θα αύξανε περαιτέρω το κόστος και θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύκλο δικαστικών διεκδικήσεων.
Παρά τα επιχειρήματα αυτά, ο δημόσιος διάλογος μετατοπίζεται πλέον στο ζήτημα της ίσης μεταχείρισης. Νομικοί κύκλοι σημειώνουν ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου αφορά τους πάντες και όχι αποκλειστικά τους δανειολήπτες που παραμένουν σήμερα σε ενεργές ρυθμίσεις. Για τον λόγο αυτό, εκφράζονται απόψεις σύμφωνα με τις οποίες η αποκατάσταση θα έπρεπε να έχει ευρύτερη εφαρμογή και να καλύπτει όλους όσοι επιβαρύνθηκαν από τον ίδιο τρόπο υπολογισμού.
Πολιτικές αντιδράσεις
Οι διαφωνίες αποκτούν ήδη έντονη πολιτική διάσταση. Ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς εξέφρασε δημοσίως επιφυλάξεις για τον αποκλεισμό μεγάλου αριθμού δανειοληπτών. Όπως επισήμανε, όσοι ολοκλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους ή απώλεσαν τις ρυθμίσεις τους λόγω πραγματικής οικονομικής αδυναμίας δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Ανάλογες θέσεις διατυπώνονται και από ενώσεις καταναλωτών, οι οποίες κάνουν λόγο για «δανειολήπτες δύο ταχυτήτων». Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσουν να πληρώνουν και τώρα απολαμβάνουν πρόσθετα οφέλη. Από την άλλη, όσοι δεν κατάφεραν να αντέξουν το βάρος της κρίσης, της ανεργίας ή της ακρίβειας μένουν χωρίς καμία αποκατάσταση, παρότι επηρεάστηκαν από το ίδιο ακριβώς καθεστώς υπολογισμού τόκων.
dnews.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις






















































