Η χθεσινή «αποκάλυψη» των Reporters United για τα συστήματα της Cellebrite παρουσιάστηκε περίπου ως μια σκοτεινή τεχνολογία μαζικής παρακολούθησης πολιτών, δημιουργώντας ξανά ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας γύρω από τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας. Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική — και όσοι γνωρίζουν στοιχειωδώς πώς λειτουργούν τα εγκληματολογικά εργαστήρια το ξέρουν καλά.
Του Ειδικού Συνεργάτη
Τα συγκεκριμένα μηχανήματα δεν είναι «βαλιτσάκια παρακολούθησης» που χακάρουν από απόσταση κινητά ανυποψίαστων πολιτών. Πρόκειται για ψηφιακά εγκληματολογικά εργαλεία (digital forensic tools), τα οποία χρησιμοποιούνται διεθνώς από αστυνομίες, δικαστικές αρχές, αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες και εγκληματολογικά εργαστήρια για ανάκτηση δεδομένων από συσκευές που έχουν ήδη κατασχεθεί νόμιμα, στο πλαίσιο δικογραφιών και εισαγγελικών παραγγελιών.

Το σύστημα της Cellebrite UFED Touch 2. Πηγή: Complete Legal.
Με απλά λόγια:
όταν η ΕΛ.ΑΣ. κατασχέσει κινητά τηλέφωνα από μέλη εγκληματικής οργάνωσης, διακινητές ναρκωτικών, παιδόφιλους, τρομοκράτες ή κυκλώματα εκβιαστών, οι ειδικές αυτές συσκευές χρησιμοποιούνται για να ανακτηθούν διαγραμμένα αρχεία, επαφές, συνομιλίες, γεωεντοπισμοί, φωτογραφίες και ψηφιακά ίχνη που αποκαλύπτουν τη δομή και τη διαδρομή του εγκλήματος.
Χωρίς τέτοιου είδους τεχνολογία, πολλές σοβαρές υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος δεν θα εξιχνιάζονταν ποτέ.
Αυτό συμβαίνει στις ΗΠΑ, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, παντού. Δεν πρόκειται για ελληνική «πατέντα» ούτε για μηχανισμό αυταρχισμού. Είναι σύγχρονο εργαλείο ψηφιακής εγκληματολογίας.
Το πραγματικό πρόβλημα όμως δεν είναι η ύπαρξη των μηχανημάτων.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η απόλυτη πολιτική αδυναμία της κυβέρνησης να εξηγήσει στους πολίτες γιατί τα διαθέτουν οι κρατικές υπηρεσίες.
Μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών, η κυβέρνηση έχει μετατραπεί σε φοβικό οργανισμό. Δεν απαντά, δεν ενημερώνει, δεν υπερασπίζεται ούτε καν νόμιμες κρατικές λειτουργίες. Δέχεται χτυπήματα επικοινωνιακά και σιωπά, αφήνοντας χώρο σε θεωρίες συνωμοσίας, υπερβολές και επικίνδυνες παρερμηνείες.
Αντί να κρύβεται, όφειλε ήδη να έχει πραγματοποιήσει επίσημη συνέντευξη Τύπου με συμμετοχή της ΕΛ.ΑΣ., των εγκληματολογικών εργαστηρίων και αρμόδιων δικαστικών λειτουργών, εξηγώντας ξεκάθαρα:

- ποια υπηρεσία χρησιμοποιεί τα συγκεκριμένα συστήματα,
- σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπεται η χρήση τους,
- με ποιες δικαστικές εγγυήσεις λειτουργούν,
- ποιος ελέγχει τη νομιμότητα της διαδικασίας,
- και ποια σοβαρά εγκλήματα εξιχνιάστηκαν χάρη σε αυτά.
Αντί αυτού, επικρατεί σιωπή. Και η σιωπή γεννά καχυποψία.
Την ίδια στιγμή, εύλογα ερωτήματα προκύπτουν για το οικονομικό σκέλος των συμβάσεων συντήρησης των συστημάτων αυτών. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται, τα ποσά των συμβολαίων υποστήριξης και αναβαθμίσεων έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα που προκαλούν απορίες. Σε μια εποχή δημοσιονομικής πίεσης, οι πολίτες δικαιούνται πλήρη διαφάνεια: ποιο είναι το πραγματικό κόστος, ποιες υπηρεσίες περιλαμβάνονται, ποια είναι η διεθνής τιμολόγηση και γιατί εμφανίζονται τόσο υψηλές χρεώσεις.
Άλλο όμως η απαίτηση διαφάνειας στις συμβάσεις και άλλο η δαιμονοποίηση εργαλείων που χρησιμοποιούνται παγκοσμίως για την καταπολέμηση του εγκλήματος.
Η κοινωνία χρειάζεται ασφάλεια, αλλά και θεσμική λογοδοσία.
Και η κυβέρνηση οφείλει επιτέλους να σταματήσει να λειτουργεί φοβικά, απολογούμενη ακόμη και για τις αυτονόητες δυνατότητες που πρέπει να διαθέτει ένα σύγχρονο κράτος απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα.
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις


















































