⭐ Προσθέστε το HappenedNow στα Αγαπημένα της Google

Μείνετε ενημερωμένοι με τις τελευταίες ειδήσεις προσθέτοντας το HappenedNow στις πηγές ειδήσεων της Google.

➕ Προσθήκη στη Google

Οι μάλλον αποτυχημένες εξυπνάδες του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη περί τηλεοπτικών σίριαλ σε επανάληψη – μαζί με την απαραίτητη επωδό «δεν σχολιάζουμε ζητήματα της Δικαιοσύνης – απέναντι στην ανακοίνωση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά ότι κατέθεσε αίτηση στον Άρειο Πάγο ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της παγίδευσής του με το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό Predator, απλώς προδίδουν την αμηχανία της κυβέρνησης απέναντι σε μια κίνηση που υπογραμμίζει ότι όχι μόνο δεν έχει «κλείσει» η υπόθεση των υποκλοπών, αλλά συνεχίζει να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή στην ίδια τη θεσμική άρθρωση και λειτουργία του κράτους.

Καταρχάς, αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι απευθυνόμενος στη Δικαιοσύνη και ζητώντας τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο πρώην πρωθυπουργός ουσιαστικά την ανοίγει ξανά.

Γιατί δεν έβγαλε απλώς μια πολιτική ανακοίνωση, ούτε έκανε μια δήλωση, απέναντι στην οποία η κυβέρνηση θα μπορούσε να απαντήσει ότι η υπόθεση έχει αρχειοθετηθεί και άρα δεν έχει κάποιο λόγο να δηλώσει κάτι παραπάνω. Προσφεύγοντας στον Άρειο Πάγο και ζητώντας να διερευνηθεί η υπόθεση ο Αντώνης Σαμαράς ζητά να ανοίξει εκ νέου και να ερευνηθεί σε βάθος.

Το διάβημα αυτό αποκτά ξεχωριστή σημασία εάν αναλογιστούμε ότι ο Αντώνης Σαμαράς είναι ο πρώτος πολιτικός προερχόμενος – ανεξαρτήτως της μετέπειτα διαγραφής του – από τον κορμό της κυβερνητικής παράταξης, ο οποίος απαιτεί να διερευνηθεί από τη Δικαιοσύνη η παγίδευση του τηλεφώνου του με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator.

Αυτό τον διαφοροποιεί από τη στάση υπουργών της κυβέρνησης, όπως ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Άδωνις Γεωργιάδης που παρότι υπήρξαν επίσης θύματα απόπειρας παγίδευσης των τηλεφώνων τους με Predator, όχι μόνο αρνήθηκαν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη – παρακωλύοντας στην πράξη τη διερεύνηση της υπόθεσης αφού δεν έδωσαν τα τηλέφωνά τους για έλεγχο, άρα και για συλλογή στοιχείων. Ο υπουργός Υγείας δε, έσπευσε σχεδόν να νομιμοποιήσει τέτοιες πρακτικές, θεωρώντας τις περίπου αυτονόητες.

Αντιθέτως, με την επιλογή του αυτή ο Αντώνης Σαμαράς τους εκθέτει, καθώς δείχνει ότι ουσιαστικά με τη στάση τους έδωσαν συγχωροχάρτι σε μια πρωτοφανή κυβερνητική θεσμική παραβατικότητα. Ταυτόχρονα, με την αναφορά του ότι έχει κατ’ επανάληψη ζητήσει δημοσίως από την κυβέρνηση απαντήσεις επί του θέματος «χωρίς να υπάρχει καμία ανταπόκριση μέχρι σήμερα», κάνει σαφές ότι η προσφυγή στη Δικαιοσύνη έρχεται ακριβώς επειδή η κυβέρνηση έχει αρνηθεί να αναλάβει την πραγματική πολιτική ευθύνη που της αναλογεί.

 

Το ίδιο το γεγονός ότι αυτή η κίνηση του Αντώνη Σαμαρά έγινε την ώρα που η Νέα Δημοκρατία έκανε σαφές ότι θα μπλοκάρει, εκμεταλλευόμενη την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, την πρόσκληση του Ταλ Ντίλιαν και του Γρηγόρη Δημητριάδη στην αρμόδια επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, λίγο καιρό μετά το αντίστοιχο μπλοκάρισμα της συγκρότησης εξεταστικής επιτροπής για τις υποκλοπές μετά τα νέα στοιχεία που ήρθαν στο προσκήνιο, υπογραμμίζει ότι η επιλογή της συγκάλυψης που έχει επιλέξει η κυβέρνηση τη φέρνει σε σύγκρουση με ανθρώπους που προέρχονται από τον ιστορικό κορμό της παράταξης.

Με αυτόν τον τρόπο καταρρέει και η μυθολογία που έχει προσπαθήσει να οικοδομήσει η κυβέρνηση, με τη βοήθεια των «ταϊσμένων» μέσων του φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος, ότι δήθεν η υπόθεση των υποκλοπών είναι εμμονή κάποιων «ψεκασμένων» και μια παραλλαγή θεωριών «ξυλολίου».

 

Άλλωστε, τόσο τα στοιχεία που ήρθαν στο φως κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Πλημμελειοδικείο όσο και δηλώσεις πρωταγωνιστών όπως ο Ταλ Ντίλιαν, έχουν κάνει σαφές ότι πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή του Μεγάρου Μαξίμου να αξιοποιήσει το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό για να παρακολουθεί υπουργούς, δικαστικούς, ανώτατους αξιωματικούς, πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους, αφού πρώτα διαπίστωσε ότι οι «νόμιμες επισυνδέσεις» μέσω της ΕΥΠ δεν επαρκούσαν. Στην πραγματικότητα, η κυβερνητική ευθύνη και εμπλοκή για τις υποκλοπές έχει αποδειχτεί πέραν πάσης αμφιβολίας. Αυτό που δεν έχει γίνει είναι η απόδοση αυτών των ευθυνών, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών όπου αυτές αναλογούν.

Αυτό με τη σειρά του δείχνει και γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία πώς θα απαντήσει και η Δικαιοσύνη σε αυτή την προσφυγή. Γιατί είναι σαφές ότι η επιλογή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να αρχειοθετήσει την υπόθεση των υποκλοπών δύο φορές, αποτέλεσε επίσης επιλογή που αντικειμενικά συνέβαλε στη διάχυτη αίσθηση μιας θεσμικής κρίσης στη χώρα. Αρκεί να αναλογιστούμε πόσο εύλογη φαντάζει η συσχέτιση ανάμεσα στην παρακολούθηση και δικαστικών μέσω ΕΥΠ αλλά και παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator και τα βουλεύματα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κατέληγαν στο ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά κυβερνητική ευθύνη για την υπόθεση.

Αντιθέτως, τώρα υπάρχει μια δυνατότητα η δικαιοσύνη να σταθεί όντως στο ύψος των περιστάσεων, να διερευνήσει σε βάθος την υπόθεση, να συνεξετάσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, να διερευνήσει τους υπαρκτούς κινδύνους για την εθνική ασφάλεια που εκτός όλων των άλλων συνεπαγόταν η χρήση τέτοιου λογισμικού σε βάρος ανθρώπων που διαχειρίζονταν εθνικά θέματα και ευαίσθητες πληροφορίες και – πάνω από όλα – κάνοντάς το αυτό να δείξει ότι η κυνική θεσμική παραβατικότητα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει κανόνα στη λειτουργία του κράτους. Κοντολογίς, μια σημαντική ευκαιρία να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

 

in.gr

Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις