Σοβαρά ερωτηματικά γεννά η αλλαγή στάσης της ελληνικής κυβέρνησης ως προς τη μέθοδο που θα ακολουθηθεί για την διευθέτηση του ζητήματος της οριοθέτησης της ελληνο-αλβανικής ΑΟΖ

Σοβαρά ερωτηματικά γεννά η αλλαγή στάσης της ελληνικής κυβέρνησης ως προς τη μέθοδο που θα ακολουθηθεί για την διευθέτηση του ζητήματος της οριοθέτησης της ελληνο-αλβανικής ΑΟΖ.

Χθες, ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, από τα Τίρανα που επισκέφθηκε, δήλωσε ότι συμφώνησε με τον Αλβανό πρωθυπουργό, Εντυ Ράμα, να προσφύγουν με συνυποσχετικό Ελλάδα και Αλβανία στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, προκειμένου να αποφασίσει αυτό για τη διαφορά.

“Συζητήσαμε -είπε ο Ν.Δένδιας στα Τίρανα- το θέμα καθορισμού των θαλασσίων ζωνών μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας. Η επίλυση αυτής της διαφοράς θα είναι επωφελής και για τις δύο χώρες. Και είμαι ιδιαίτερα ευτυχής να επαναλάβω αυτό που ο πρωθυπουργός (σ.σ. Ε.Ράμα) μόλις είπε, ότι, έχοντας εξετάσει ενδελεχώς αυτό το ζήτημα, συμφωνήσαμε να προχωρήσουμε Ελλάδα και Αλβανία από κοινού στην υποβολή του ζητήματος αυτού στη διεθνή δικαιοσύνη. Στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Δύο συμφωνίες

Ωστόσο, δυο φορές, η μια επί κυβέρνησης της ΝΔ του Κώστα Καραμανλή, και η άλλη επί ΣΥΡΙΖΑ, Αθήνα και Τίρανα είχαν προχωρήσει σε απευθείας διαπραγματεύσεις τόσο για τις θαλασσιες ζώνες, όσο και συνολικότερα για όλες τις ελληνο-αλβανικές διαφορές.

Στην πρώτη περίπτωση, μάλιστα, το 2009, η Ελλάδα και η Αλβανία είχαν υπογράψει συμφωνία οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στο Ιόνιο, ενώ το 2018, οι πρώην υπουργοί Ελλάδας και Αλβανίας, Νίκος Κοτζιάς και Ντίτμιρ Μπουσάτι, είχαν καταλήξει σε συμφωνία και απέμενε η υπογραφή της.

Τι μεσολάβησε, λοιπόν, τώρα και η ελληνική πλευρά συμφώνησε να προσφύγουν οι δύο χώρες στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης;

Η συμφωνία του 2009

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι το 2009, η συμφωνία των τότε πρωθυπουργών Καραμανλή και Μπερίσα επετεύχθη ακριβώς την ίδια περίοδο που η Αλβανία ήθελε να πάρει το πράσινο φως για να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ. Και το έλαβε.

Με δεδομένο ότι η ελληνο-αλβανική συμφωνία ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο στο ΝΑΤΟ, αφού έλυνε συνοριακές διαφορές ανάμεσα σε ένα μέλος (Ελλάδα) και σε ένα υποψήφιο μέλος (Αλβανία), ήταν καθοριστικής σημασίας για τα Τίρανα.

Ωστόσο, η Αλβανία, αφού πλέον έγινε μέλος του ΝΑΤΟ, δεν τήρησε την υπογραφή της και ουδέποτε εφάρμοσε την ελληνο-αλβανική συμφωνία.

Μεσολάβησε, βέβαια, εσωτερική πολιτική κρίση, με τον τότε αρχηγό της αντιπολίτευσης, και νυν πρωθυπουργό της Αλβανίας, Ε.Ράμα, να καταγγέλλει την ελληνο-αλβανική συμφωνία και να ζητάει την κατάργησή της, με το σκεπτικό ότι ήταν υπέρ των ελληνικών συμφερόντων.

Πράγματι, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας υϊοθέτησε τις θέσεις του Ε.Ράμα.

Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι, όμως, ότι η ελληνο-αλβανική συμφωνία δεν ετέθη τότε προς έγκριση ούτε καν στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Να σημειωθεί πως απαραίτητη προϋπόθεση για να ισχύει μια διακρατική συμφωνία είναι να ψηφιστεί από την ελληνική Βουλή, και βέβαια να εγκριθεί από την αλβανική.

Η συμφωνία του 2018

Έκτοτε, οι δύο πλευρές δεν ανακίνησαν το θέμα.

Το 2017 – 2018, ωστόσο, άρχισε διάλογος – πακέτο μεταξύ της Αθήνας και των Τιράνων, ο οποίος τους πρώτους μήνες του 2018 κατέληξε στη διαμόρφωση μιας συμφωνίας επί σειράς θεμάτων. Ενα εξ’ αυτών ήταν η οριοθέτηση στο Ιόνιο.

Η συμφωνία είχε προχωρήσει, μάλιστα, σε τόσο μεγάλο βαθμό που σχεδιαζόταν τον Μάϊο του 2018 να υπογραφεί, κατά τη διάρκεια επίσκεψης, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, του τότε Ελληνα πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στην Αλβανία.

Ωστόσο, εξαιτίας σκληρής εσωτερικής κόντρας που ξέσπασε ανάμεσα στον Αλβανό πρόεδρο, Ιλιρ Μέτα, και τον πρωθυπουργό της χώρας, Εντυ Ράμα, η επίσκεψη δεν έγινε, και το θέμα της συμφωνίας δεν προχώρησε.

Να σημειωθεί ότι Μέτα και Ράμα θεωρούνται εδώ και πολλά χρόνια “θανάσιμοι” πολιτικοί αντίπαλοι.

Εκτιμάται, επίσης, ότι, όπως το 2009, έτσι και το 2018, καίριο ρόλο στο να τορπιλιστούν οι ελληνο-αλβανικές συμφωνίες, έπαιξε ο τουρκικός παράγων, ο οποίος διαθέτει μεγάλη επιρροή στα Τίρανα, και επουδενί ήθελε μια συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας.

Πόσο μάλλον, δεν επιθυμούσε μια συμφωνία που θα έδιδε μεγάλες επήρειες στα ελληνικά υπερπόντια νησιά. Κάτι που η Αθήνα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε ενδεχόμενες μελλοντικές διαπραγματεύσεις της με την Αγκυρα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τα προηγούμενα χρόνια, στην τελευταία φάση των ελληνο-αλβανικών διαπραγματεύσεων, η Ελλάδα είχε καταφέρει να πάρει ακόμα και 100% επήρεια σε υπερπόντια νησιά.

Στη Χάγη

Τώρα, όμως, το σκηνικό αλλάζει άρδην. Πολύ περισσότερο, αλλάζει τη στιγμή που κλιμακώνεται η επιθετικότητα της Αγκυρας και η Αθήνα έχει ανάγκη να κλείσει τις εκκρεμότητες με τους γείτονές της.

Κάτι που έπραξε -αν και βαστικά- με την Αίγυπτο και την Ιταλία.

Ακόμα πιο σοβαρό είναι ότι στη σημερινή χρονική συγκυρία τα Τίρανα επιθυμούν διακαώς να πάρουν το διαβατήριο για την ενταξιακή πορεία τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Κάτι που εκτιμάται ότι θα γίνει τον Δεκέμβριο. Και απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να έχουν λύσει τις συνοριακές διαφορές τους με τον γείτονά τους, κράτος – μέλος στην ΕΕ, την Ελλάδα.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι το 2017 – 2018, τα Τίρανα είχαν πιεστεί να επιλύσουν τα προβλήματά τους με την Ελλάδα, ακριβώς επειδή είχε αρχίσει να εξετάζεται στους ευρωπαϊκούς κόλπους η υποψηφιότητά τους (όπως και γενικότερα των Δυτικών Βαλκανίων) στην ΕΕ.

Το 2009, λοιπόν, τα Τίρανα είχαν σπεύσει να υπογράψουν συμφωνία με την Ελλάδα (ανεξαρτήτως αν ουδέποτε την τήρησαν) για να μπουν στο ΝΑΤΟ. Τώρα, ως όλα δείχνουν, θα λάβουν το πράσινο φώς για την ΕΕ, εάν δεν διαφωνήσει κάποια χώρα, συνυπογράφοντας, απλά και μόνο, ένα συνυποσχετικό για τη Χάγη.

Εύλογα, λοιπόν, προκύπτουν τα εξής ερωτήματα:

  • Γιατί η Αθήνα δεν επέμεινε να ξαναρχίσει τη διαπραγμάτευση με τα Τίρανα από εκεί που είχε σταματήσει, το 2018;

    ‘Η, πολύ περισσότερο, από το 2009. Να σημειωθεί πως η ΝΔ, ως αντιπολίτευση χαρακτήριζε ως την “καλύτερη” συμφωνία αυτή που είαν υπογράψει οι Καραμανλής – Μπερίσα, τώρα, ως κυβέρνηση, ούτε καν την επικαλέστηκε.

    Μπορεί να είναι βολικό για τον Εντυ Ράμα, στο ακροατήριό του, στο εσωτερικό της χώρας του, και να τον ευνοεί πολιτικά. Ωστόσο, για την ελληνική πλευρά, το επιχείρημα ότι η Αθήνα έκλεισε ένα ακόμα “μέτωπο”, μάλλον μοιάζει με ευχολόγιο.

  • Τι απόφαση θα πάρει η Χάγη;

    Το αποτέλεσμα στο διεθνές δικαστήριο, σημειώνουν γνώστες του διεθνούς Δικαίου, αφενός είναι αβέβαιο για την Ελλάδα, αφετέρου θα βγει μετά από χρόνια.

  • Εάν, λοιπόν, οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις και συμφωνίες της Ελλάδας με την Αλβανία ήταν πολύ κοντά σε μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία, γιατί η Αθήνα δεν ξανάπιασε το νήμα από εκεί που ήταν;

    Να σημειωθεί ότι, με βάση τα δεδομένα των συμφωνιών της Ελλάδας με την Ιταλία και την Αίγυπτο, όπου ελληνικά νησιά, είτε πήραν επήρεια 70%, είτε καμία, η αλβανική πλευρά έχει πλέον επιχειρήματα, τα οποία μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον του Δικαστηρίου.

Στο μεταξύ, πάντως, η Αλβανία θα έχει γίνει, πιθανώς, υποψήφιο μέλος της ΕΕ.

Η ευρωπαϊκή υποψηφιότητα

Η Αθήνα, πάντως, όπως φάνηκε και από τις δηλώσεις Δένδια στα Τίρανα, είναι αποφασισμένη να μην προβάλει εμπόδια στην ενταξιακή διαδρομή της Αλβανίας στην ΕΕ.

“Η είσοδος της Αλβανίας στην ΕΕ είναι κοινός μας στόχος”, είπε ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών. Και πρόσθεσε: “Είμαστε πρόθυμοι να συντρέξουμε την Αλβανία. (…) Η Ελλάδα “υποστηρίζει σταθερά και διαχρονικά σαν στρατηγικό στόχο την ενταξιακή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων”.

Κάτι που σημαίνει ότι η Αθήνα, πιθανότατα, θα στηρίξει και την υποψηφιότητα των Σκοπίων στην ΕΕ.

Το εμπόλεμο

Κατα τα λοιπά, ο Ν.Δένδιας, αναφερόμενος στο ότι η Ελλάδα και η Αλβανία, τυπικώς, εξακολουθούν να βρίσκονται σε “εμπόλεμη” κατάσταση -καθεστώς που εκκρεμεί από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τον Ψυχρό Πόλεμο- είπε ότι πρόκειται για “αναχρονισμό”.

“Αυτό αποτελεί έναν αναχρονισμό”, είπε. Και συμπλήρωσε: “Είμαι βέβαιος ότι και αυτό θα το λύσουμε μαζί”.

Μειονότητα

Τέλος, για την ελληνική μειονότητα ανέφερε:

“Συζητήσαμε για τη γέφυρα, μία από τις γέφυρες που μας ενώνουν. Αναφέρομαι στα μέλη της μειονότητας και στο πνεύμα το οποίο πρέπει να διέπει τις σχέσεις καλής γειτονίας. Δεν πρέπει να χάσουμε άλλο καιρό. Νομίζω ότι έχουμε καταφέρει στις σχέσεις μας πολλά και σε εμάς εναπόκειται να πάμε ακόμη πιο μπροστά. Και είδα με χαρά τις προόδους που η αλβανική πλευρά έχει κάνει στους τομείς των θεμάτων που αφορούν την ελληνική εθνική μειονότητα”.

Να σημειωθεί, πάντως, ότι, παρά τις σημαντικές αλλαγές που έχουν γίνει στην αλβανική νομοθεσία για τις μειονότητες, υπάρχουν αρκετά και σοβαρότατα σημεία που χρήζουν διορθώσεων.

lawandorder.gr