Με τα κόμματα να έχουν μπει πια σε προεκλογική κινητοποίηση, ξεκινώντας από την ίδια τη Νέα Δημοκρατία εάν παρατηρήσει κανείς τον αριθμό των περιοδειών που ήδη κάνει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, και την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα ήδη να έχει καταλάβει τη θέση της δημοσκοπικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, αρχίζουν και διαφαίνονται και οι κομματικές στρατηγικές.
Σε αυτό το πλαίσιο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να περάσει τη γραμμή ότι η όλη εξέλιξη τη βολεύει, γιατί αυτό σημαίνει επανάληψη μιας μονομαχίας ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα, την οποία υπογραμμίζουν ότι κέρδισε ο πρωθυπουργός και το 2019 και το 2023 και άρα θα την κερδίσει και το 2027.
Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε μια εξαιρετικά εσφαλμένη εκτίμηση των κοινωνικών, πολιτικών και εκλογικών δυναμικών. Οι εκλογές σίγουρα αφορούν πρόσωπα, όμως δεν είναι «μονομαχίες», αφορούν την κατάσταση της χώρας, το πώς αισθάνονται οι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, τις κοινωνικές συμμαχίες που διαμορφώνονται και τις μετατοπίσεις των σχέσεων εκπροσώπησης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης το 2019 δεν κέρδισε κάποια παρτίδα απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα. Αυτό που συνέβη ήταν ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ήθελε μια επιστροφή στην κανονικότητα και ήταν έτοιμη να ακούσει αυτό που εξέφραζε η Νέα Δημοκρατία, την ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας, παρότι είχε βγάλει τη χώρα από τα Μνημόνια δεν μπορούσε με έναν απλό και σαφή τρόπο να παρουσιάσει το δικό του πρόγραμμα «μεταμνημονιακής κανονικότητας», ενώ παράλληλα κουβαλούσε το βάρος της φθοράς που αναπόφευκτα φέρνει η διαχείριση της εξουσίας.
Ούτε το 2023 είχαμε μια «μονομαχία» προσώπων. Και πάλι το διακύβευμα αφορούσε το πώς αντιμετώπιζαν την πραγματικότητα οι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η Νέα Δημοκρατία ήδη αντιμετώπιζε δυσαρέσκεια για την πολιτική της, αλλά εξακολουθούσε να έχει την υποστήριξη των κοινωνικών στρωμάτων που ευνοήθηκαν από την αυξημένη κρατική δαπάνη στην περίοδο της πανδημίας, ενώ παράλληλα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται και από ένα μέρος των πιο λαϊκών στρωμάτων ως μια επιλογή σταθερότητας. Την ίδια ώρα η αντιπολίτευση και ιδίως ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε μια προεκλογική εκστρατεία που δεν προσέφερε επί της ουσίας μια εναλλακτική διακυβέρνηση, αλλά απλώς κωδικοποιούσε την λαϊκή δυσαρέσκεια. Όταν ο ένας πόλος μπορεί και συσπειρώνει και ο άλλος δεν κατορθώνει να διαμορφώσει μια ευρύτερη συσπείρωση, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.
Όμως, τώρα δεν είμαστε στην ίδια κατάσταση. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι στην ίδια κατάσταση. Η Νέα Δημοκρατία συσπειρώνει πια μόνο τα στρώματα που αισθάνονται ωφελημένα και έχει πραγματικές διαρροές όχι μόνο εκλογικές, αλλά και ως προς κοινωνικές κατηγορίες. Ουσιαστικά έχει γίνει το κόμμα της μειοψηφίας που πιστεύει ότι τα πράγματα πάνε στη σωστή κατεύθυνση, που στηρίζει συγκεκριμένες πολιτικές και που βέβαια έχει θετική γνώμη για τον πρωθυπουργό. Πέραν της Νέας Δημοκρατίας δεν υπάρχει απλώς μια «δυσαρέσκεια». Υπάρχει πολλαπλά καταγραμμένη απόρριψη της κυβερνητικής πολιτικής, έντονη οργή για την έκρηξη της ακρίβειας, αμφισβήτηση της ΝΔ και του πρωθυπουργού και ως προς μία βασική πλευρά της «σταθερότητας», δηλαδή της λειτουργίας των θεσμών και του κράτους δικαίου, διάχυτη αίσθηση ότι υπάρχει και πρόβλημα διαφθοράς με αυτή τη διακυβέρνηση, και πάνω από όλα ένα πολύ έντονο αίτημα πολιτικής αλλαγής.
Αυτό σημαίνει ότι σήμερα το πιο ισχυρό μπλοκ δεν είναι αυτό που στηρίζει την κυβέρνηση, αλλά αυτό που εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια και διεκδικεί πολιτική αλλαγή. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Το 2019 το αίτημα πολιτικής αλλαγής και μετάβασης στη «σταθερότητα» το εκπροσώπησε η Νέα Δημοκρατία και κέρδισε τις εκλογές. Το 2023 το αίτημα πολιτικής αλλαγής δεν σχηματοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να κερδίσει η γραμμή της «σταθερότητας». Σήμερα το αίτημα πολιτικής αλλαγής είναι ιδιαίτερα ισχυρό και εάν βρει ένα πρόγραμμα που να αποπνέει κυβερνησιμότητα αλλά και εγγύηση για μια διαφορετική πολιτική προς όφελος της μεσαίας τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και για αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, τότε αυτή η παράμετρος θα κρίνει τις εκλογές και η Νέα Δημοκρατία θα χάσει.
Να το πούμε διαφορετικά: μέχρι τώρα η Νέα Δημοκρατία είχε σε μεγάλο βαθμό μια πρωτοβουλία των κινήσεων ως προς το τι ορίζει την «ατζέντα» της συνολικής πολιτικής συζήτησης στην κοινωνία. Τώρα είμαστε σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Η Νέα Δημοκρατία διαρκώς πρέπει να αμύνεται και να απαντάει τόσο για την αποτυχία της στην οικονομική πολιτική, όσο και για την υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών. Την «ατζέντα» δεν την ορίζει η κυβερνητική παράταξη, παρά τη συστηματική υποστήριξη ενός μηντιακού οικοσυστήματος «ταϊσμένου» σε μεγάλο βαθμό και με κυβερνητική δαπάνη ή έστω διευκόλυνση. Την ατζέντα, για πρώτη φορά μετά από καιρό – ουσιαστικά από την περίοδο πριν το 2025 – την ορίζουν οι διεργασίες που συμβαίνουν μέσα στην κοινωνία, οι αγωνίες, οι απαιτήσεις, οι διεκδικήσεις που διαμορφώνονται εκεί.
Αυτό σημαίνει νέο τοπίο και νέο συσχετισμό δύναμης. Πράγμα που αντικειμενικά σημαίνει ότι οποιαδήποτε ελπίδα ότι θα επαναληφθεί το 2019 ή το 2023 απλώς δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα και όποιος συσχετισμός γίνει σε αυτή τη βάση θα αποτύχει.
Βεβαίως, ότι δεν πρόκειται να ζήσουμε μια επανάληψη του 2019 και του 2023, δεν σημαίνει ότι θα ζήσουμε και μία επανάληψη του 2015. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι εξεγερμένη, όσο βαθιά και εάν είναι η δυσαρέσκειά της. Δεν ξημεροβραδιάζεται σε διαδηλώσεις θεωρώντας ότι από μόνη της η κυβερνητική αλλαγή είναι σημαντική. Δεν είναι έτοιμη να εμπιστευτεί απλώς ένα κόμμα που δείχνει ότι δεν είναι όμοιο με τα «συστημικά» και έχει συνθήματα που μιλούν για την απαλλαγή από τα μνημόνια «με ένα νόμο και ένα άρθρο». Η κοινωνία είναι σήμερα πολύ πιο δύσπιστη απέναντι στα κόμματα συνολικά και ιδιαίτερα απέναντι σε όσους έχουν ασκήσει κυβερνητική εξουσία.
Αυτό σημαίνει ότι είναι γελασμένος και όποιος πιστεύει ότι θα τα καταφέρει απλώς ανακυκλώνοντας συνθήματα. Το αίτημα της πολιτικής αλλαγή είναι υπαρκτό, αλλά για να γίνει η καθοριστική παράμετρος που θα κρίνει το αποτέλεσμα των εκλογών θα πρέπει να αποκτήσει περιεχόμενο, πρόγραμμα, κοστολόγηση, και να προβληθεί ως πραγματικό κυβερνητικό σχέδιο, μαζί με μια ομάδα που δεν είναι μόνο επικοινωνιακά αποτελεσματική, αλλά θα μπορεί να υπόσχεται και αποτελεσματική κυβερνητική διαχείριση. Όλα αυτά θέλουν δουλειά, προετοιμασία, στοχοπροσήλωση και πάνω από όλα συνεχή λογοδοσία στην κοινωνία. Σε αυτή που τελικά θα κρίνει και το αποτέλεσμα των εκλογών.
in.gr
Ακολουθήστε το HappenedNow.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε ολες τις ειδήσεις μας στο Facebook Group και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις




















































